Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2007

Η αμπολή...

Ένα δυο τρία. Όλο και πιο κοντά, σε πλησιάζει. Με την τσάπα στα χέρια, σε πλησιάζει. Ένα δύο τρία, όλο και πιο κοντά, ήρθε η ώρα, λέει, έπεσε ο ήλιος. Ένα δύο τρία. Όλο και πιο κοντά, πλησιάζει. Μια δυο τρεις, κι εσύ μετράς μαζί του. Ένα δύο τρία. Τώρα. Μια δυο τρεις. Η τσάπα σε κόβει στα δυο, μια δυο τρεις, διαμελίζει τα χώματά σου, μια δυο τρεις, το νερό κυλάει ανάμεσά σου, μια δυο τρεις, δε ζήτησες νερό, το άλλο σου μισό θες, μια δυο τρεις, πού είναι τ’ άλλο σου μισό; Μια δυο τρεις και ψάχνεις τ΄ απέναντι. Ποια τσάπα σε κόβει στα δυο, κάθε που πέφτει ο ήλιος, με μια, με δυο, με τρεις;

2 σχόλια:

teiresias είπε...

Τίποτα αγάπησα πολύ
κι η τσάπα σκάβει αμπολή.
Όσο νερό και αν κυλήσει
στάζει η ζωή μου απ' τη βρύση...

Aντώνης είπε...

Τριανταφυλλιά του κόσμου προτείνω για ακρόαση..."Νέοι-νέοι σαν θεοί όσοι αγαπούν να μην κοπούνε στην μάχη με τα νερά ακόμα" διασκευάζω σε όλον το στίχο της Νικολακοπούλου. Για την τσάπα μου δεν μιλώ μήπως και την ξορκίσω. Διαβάζω επίσης φωναχτά από σένα τις δικές σου λέξεις κι αν συνεχίζει ο κόσμος αυτός να σε αφήνει αδιάφορη ή πληγωμένη από την ρόζα του μικρού πρίγκηπα ένα άνθος σου προσφέρω. Λες να ναι λιγότερο κόκκινο εκεί το χώμα? Να μη μοιάσει με σφαχτάρι το τσάπισμα?