Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

μπαμ

Κι έτσι ξεφούσκωσε και τούτο το μπαλόνι. Το είδαμε που ανέβαινε, ναι. Κόκκινο, ανέβαινε, και φανταχτερό. Ως πού θα φτάσει, λέγαμε, ως πού. Έφτασε. Ως που σταμάτησε το κλάμα του μωρού που τό ‘χασε, έφτασε. Πόσο, θα πεις, κρατά το κλάμα ενός μωρού για ένα μπαλόνι; Τόσο. Κι ως που το κοιτάζαμε, έφτασε. Πόσο, θα πεις, κρατάει ένα ξάφνιασμα; Τόσο. Μόνον. Ύστερα τίποτα. Ήσυχα θα ξεφούσκωσε φαντάζομαι, μπαμ δεν άκουσα.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Τμήμα Δ, 7

Ότι βρέχει το ξέρω. Γι’ αυτό ήρθα. Μήπως και κρυώνεις. Μήπως κι αγριεύεσαι μόνος σου. Θες την αλήθεια; Δεν το πίστευα αυτό το μήπως και, δεν το πίστευα, δεν είναι της ιδεολογίας μου. Αλλά εσύ το πίστευες. Είχες κρεμαστεί πάνω του. Μήπως και, έλεγες. Προλάβεις. Και κοντά σου, το έλεγα κι εγώ. Υπομόνεψε, έλεγα, μήπως και. Αλλά δεν προλάβαμε, ε; Δεν προλάβαμε. Και τώρα βρέχει. Κι ευχές βρέχει, γιατί είναι χρονιάρες μέρες και φιλιέται ο κόσμος στα κατώφλια και λέει χρόνια πολλά μήπως και. Τα ζήσει. Γι’ αυτό ήρθα. Γιατί, πες-πες, φαίνεται πως το πίστεψα πολύ το μήπως και σου. Χρόνια πολλά, λοιπόν. Χρόνια πολλά, μήπως και. Μήπως και μ’ ακούσεις, λέω, και ζεσταθείς κάπως.

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Κάτοπτρον

Μη με καθυστερείς, βιάζομαι, πρέπει να ψάξω. Τον έπιασε πάλι η παραξενιά. Ούτε κι αυτός ξέρει τι θέλει. Πρώτα φαγώθηκε, να κρυφτούμε και να κρυφτούμε. Γιατί, λέει, θέλει εγώ μόνο να τον βρίσκω και για να τον βρω εγώ, πρέπει να τον χάσουν όλοι οι άλλοι. Όχι ότι πολυκατάλαβα, αλλά του έκανα το χατίρι. Έτσι νοιώθεις, έτσι θα κάνουμε. Και βρήκαμε κρυψώνα ωραιότατη για τους δυο μας. Και πάνω που κρυφτήκαμε κι οργανώναμε τη ζωή μας εκεί, κι έτσι χαμένοι απ’ όλους βρίσκαμε ο ένας τον άλλον, να σου τον πάλι. Και καλά του λείπει κάτι και νοιώθει ξεκομμένος και που δεν το περίμενε ότι θα του λείπουν οι άλλοι και που θέλει να πει καμιά κουβέντα, άνθρωποι είμαστε, βρε αδελφέ, και το χάδι το ‘χουμε ανάγκη και τον καλό το λόγο και πως δε χάλασε δα κι ο κόσμος αν προσεκτικά πάντα, επιλεκτικά πάντα, αρχίσουμε να βγαίνουμε στο φως, και και και. Μουρμούρα και των γονέων. Έτσι νοιώθεις, έτσι θα κάνουμε, υποχώρησα πάλι εγώ. Και αρχίζω τις διασυνδέσεις. Τη βλέπετε εκείνην την κρυψώνα; Ε, εμείς κρυβόμαστε εκεί. Περάστε να πιούμε ένα κρασί ν’ ανταλλάξουμε απόψεις. Και κει που άρχισαν οι άνθρωποι να έρχονται ευγενέστατοι με τα σοκολατάκια τους και με τα καλούδια τους κι αρχίσαμε να γνωριζόμαστε μαζί τους, να σου τον πάλι. Που φοβάται και που ξανοιχτήκαμε πολύ και που τη μάθανε την κρυψώνα μας πολλοί και που χάσαμε το μέτρο και που εκτιθέμεθα ανεπανορθώτως και και και. Και να ξανακρυφτούμε, καταλήγει. Ακούς εσύ; Κάθε λογικός άνθρωπος θα τον έστελνε στο διάολο, μα δεν μπορώ. Παιδεύεται το βλέπω. Μια κρυφτό, μια φτου ξελευτερία. Μεγάλωσε και ακόμη να αποφασίσει τι θέλει και τι δε θέλει. Και κείνο το φοβερό φοβάμαι, πού το βάζεις; Με διαλύει να το ακούω. Γι’ αυτό σου λέω. Βιάζομαι να φύγω, να ψάξω. Για νέα κρυψώνα.

Η φωτογραφία από το:
http://www.picoodle.com

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ένας Θεός ξέρει.



Στέκεται εκεί αμίλητος και παρατηρεί που γίνονται πράγματα και γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, είμαι κι εγώ εδώ, θέλει να πει και να βουτήξει, μα. Είναι μαύρο το νερό αποφασίζει και κρύο φαίνεται πολύ κι ούτε κανείς γνωρίζει σε ποια θάλασσα πηγαίνει, τώρα βέβαια θάλασσα θα ‘ναι, πόσο μπορεί οι θάλασσες ταξίδια να διαφέρουν, θυμήσου που ταξίδεψες κι εσύ, μα. Είναι ο καιρός που πέρασε πολύς, πού να το ψάχνει το καφέ του το δισάκι, στο μεσιανό ντουλάπι τ’ άφησες, θυμήσου, πλάι στην τραγιάσκα του Μιχάλη, μα. Είναι που μόνος τα φοβάται τα ταξίδια κι οι φίλοι του όλοι στο ποτάμι βουτηγμένοι, σε φώναξαν και δίστασες, θυμήσου, αν κολυμπήσεις θα τους φτάσεις παρακάτω, μα. Είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, μαζέψανε τα χρόνια του αλάτια, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του, κάποτε έλεγες ξεκούραση τον τάφο, θυμήσου, μα. Πάει καιρός που αψηφούσε τους κινδύνους, και μαύρο μοιάζει το νερό και κρύο κι ούτε που ξέρει σε ποια θάλασσα πηγαίνει και για ταξίδι δεν κινά χωρίς δισάκι και από φίλους έχει μόνο την τραγιάσκα, όλοι προσπέρασαν πού να τους φτάνει τώρα κι είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του και στέκει εκεί αμίλητος και βλέπει να γίνονται πράγματα και να γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, μα.


Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

Ψιμύθιο



Άργησα το ξέρω. Βιάσου και θα στα λέω, καθώς θα δουλεύεις. Γρήγορα να με φτιάξεις και καλά. Άδειασα τελείως σήμερα. Μην τους αφήσεις να το καταλάβουν. Όχι ότι δεν το ξέρουν, αλλά καλύτερα να μη φαίνεται. Δεν τον έβρισκαν, γι’ αυτό καθυστέρησα. Λένε πως ταιριάζουμε απολύτως. Πολύ αμφιβάλλω, εγώ ποτέ δεν υποχρεώνω κανέναν να με περιμένει, αλλά αυτοί ξέρουν καλύτερα. Αφού επιμένουν πως ταιριάζουμε, ταιριάζουμε. Του έδωσα κι εγώ την καρδιά μου και να ‘μαι. Όχι, δεν τον είδα, δεν ξέρω γιατί άργησε να εμφανιστεί. Θα φταίει που έδινα. Δυσκολεύεται να πάρει ο κόσμος αυτό που εύκολα του δίνεις, το έχεις παρατηρήσει; Γίνεται επιφυλακτικός. Αρχίζει να το ψάχνει. Κι όσο πιο σπουδαίο είναι αυτό που του δίνεις, τόσο πιο δύσκολος γίνεται. Σου λέει, δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Πώς γίναμε έτσι; Μην απαντάς, άσε με εμένα να λέω και δούλευε. Αύριο στις τρεις. Αύριο στις τρεις με περιμένουν, το ραντεβού κλεισμένο μια βδομάδα τώρα. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι ας άργησε να φανεί τούτος ο τελευταίος, ο που ταιριάζουμε απολύτως. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι όχι όπως-όπως, γι’ αυτό περιποιήσου με. Βάλε λίγο ακόμη εδώ. Στην κοιλιά. Άδειασα πολύ εκεί. Έτσι. Και στο στήθος. Έτσι. Και τώρα τα μάτια. Να τα προσέξεις ιδιαιτέρως τα μάτια. Μάτια μου με φώναζε. Και τώρα το ίδιο θα λέει. Μάτια μου. Βάψε τα καλά, να μη φαίνονται ραμμένα. Θα την πειράξει αυτό. Σα να έχω, βάψε τα. Σα να έχω και κοιμάμαι. Κι ας το ξέρει πως τα έδωσα κι αυτά.

Πίνακας : David Ehlen, Heart

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Εποίησας



Πόσο διαφορετικά μεγαλώνουμε, ε; Εσύ κι εγώ λέω. Περνά ο χρόνος και φέρνει τα πάνω κάτω. Να, για παράδειγμα, προσέχω πολύ τις κινήσεις σου. Κάτι που δεν έκανα πριν. Αντιθέτως, εσύ δεν προσέχεις καθόλου τις δικές σου. Κάτι που έκανες πριν. Ή πάντα δεν πρόσεχες, αλλά εγώ δεν πρόσεχα τι έκανες πριν; Θα σε γελάσω. Ακόμη κι αυτό, όμως, είναι ένδειξη των διαφορών μας. Μεγαλώνοντας προσέχω. Μεγαλώνοντας γίνεσαι απρόσεκτος. Μεγαλώνοντας επιζητώ την τάξη, τους κανόνες. Εσύ πάλι, μεγαλώνοντας γίνεσαι ατακτούλης. Παραδέξου το. Σου αρέσει να προκαλείς. Γράφεις τους κανόνες στα παλιά σου τα παπούτσια, προκαλείς και καλείς. Προ. Της ώρας τους. Αδιακρίτως. Αδιακρίτως, επαναλαμβάνω. Και χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, ενώ δεν έχει χάσει τη γιαγιά. Που σημαίνει τα έχεις κάνει μπάχαλο. Συν τοις άλλοις είσαι και μέγας ζηλιάρης. Μη δεις άνθρωπο να προκόβει. Ορίστε, τι έκανα τώρα; Ένα σκουλαρίκι τόλμησα. Ένα σκουλαρικάκι, ίσα-ίσα να σπάσει τη μαυρίλα. Αφήνιασες. Και μου παίρνεις κι άλλον. Και καλά, εμάς δε μας υπολογίζεις. Εκείνη την έρμη τη Σοφία σου, πού την παράτησες; Σε ηρεμούσε αυτή. Κι ηρεμούσαμε κι εμείς μαζί της. Διότι, κύριε, όσο άφηνες τη Σοφία να κανονίζει, υπήρχε μία τάξις. Πρώτα αυτός, ύστερα αυτός και σιγά-σιγά να ετοιμάζεστε κι εσείς, έκανε η Σοφία τα κουμάντα της. Ώρα μας είναι, λέγαμε. Καλεί την κλάση μας. Και κάναμε κι εμείς τα κουμάντα μας. Έτσι. Να ξέρει ο κόσμος τι του γίνεται. Να μην του πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι. Πρόσεξέ με, δε μαλώνουμε, ε; Χαλαρά κουβεντιάζουμε. Και γιατί να μαλώσουμε; Έχουμε τίποτα να χωρίσουμε; Τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε εσύ κι εγώ. Είπαμε. Μεγαλώνουμε διαφορετικά. Κι όσο περνά ο χρόνος κι έρχονται τα πάνω κάτω συνειδητοποιώ πως τίποτα κοινό δεν είχαμε ποτέ. Εσύ πάνω, εγώ κάτω. Γιατί να μαλώσουμε; Κι ούτε που με νοιάζει για τη Σοφία σου, πια. Χαλάλι σου. Όλα. Και το σκουλαρίκι, που από ζήλεια μου άρπαξες, χαλάλι σου κι αυτό. Στο κάτω-κάτω, ας μην ξαναφορέσω σκουλαρίκι. Τα πήρα απόφαση τα μαύρα.

Πίνακας: Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με Τιρκουάζ Σκουλαρίκια, λάδι σε καμβά.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

Πεθαίνει αργά, σε μετάφραση Γ. Μίχου

Πεθαίνει αργά...

Πεθαίνει αργά όποιος δεν ταξιδεύει
δεν διαβάζει…

Πεθαίνει αργά
όποιος την ίδια του αγάπη καταστρέφει,
όποιος δεν αφήνει να βοηθούν,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει χάρη στον ίδιο του τον εαυτό…

Πεθαίνει αργά
όποιος μετατρέπεται σε σκλάβο της συνήθειας
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

Όποιος δεν αλλάζει μάρκα,
Δεν επιχειρεί νʼ αλλάξει το χρώμα του ρούχου του
Ή δεν συζητάει με αυτόν που δεν γνωρίζει.

Πεθαίνει αργά
όποιος εμποδίζει ένα πάθος και το στροβιλισμό του από αισθήματα,
ακριβώς αυτά που επιστρέφουν τη λάμψη στα μάτια
και επαναφέρουν τις συντριμμένες καρδιές.

Πεθαίνει αργά
αυτός που δεν στρίβει το τιμόνι όταν είναι δυστυχής με τη δουλειά του, ή με τον έρωτά του,
όποιος δεν ρισκάρει το βέβαιο ούτε το αβέβαιο για να πάει
μπροστά από ένα όνειρο
όποιος δεν επιτρέπει, ούτε για μια φορά στη ζωή του,
να ξεφύγει από τις χρηστές συμβουλές…

Πεθαίνει αργά,
όποιος περνάει τις μέρες παραπονούμενος
για την κακή του τύχη ή για την ασταμάτητη βροχή

Θα αποφύγουμε το θάνατο με απαλές δόσεις, θυμόντας πάντα πως το να είσαι ζωντανός απαιτεί μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός να ανασαίνεις.

Μονάχα η ένθερμη υπομονή
θα κάνει να κερδίσουμε
μιαν εκλεκτή ευτυχία.


Παρουσίαση-Μετάφραση Γ. Μίχος.
Περισσότερα στο ΠΟΙΕΙΝ http://www.poiein.gr/archives/2519/index.html

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Λογαριασμοί



Και οι ταβέρνες κομμένες. Τέλος. Επαγγελματίες σου λέει. Αντί να ξεδώσεις, σε αναγκάζουν να μετρηθείς. Πόσοι είστε και πόσοι είστε. Στρώσε, κύριε, το τραπέζι και μη ρωτάς. Τι θα πει πόσοι είστε; Δε βλέπεις πόσοι είμαστε; Εμείς πρέπει να μετρηθούμε; Δεν είναι ότι δε μετριόμαστε, καταλαβαίνεις; Είναι που δε μας αρέσει να λέμε φωναχτά το άθροισμα. Δεν είναι που δε μετριόμαστε, καταλαβαίνεις; Είναι που θέλουμε να ξεχάσουμε το άθροισμα. Δεν είναι που ήρθαμε να κάνουμε λογαριασμό, καταλαβαίνεις; Είναι που ήρθαμε να χάσουμε το λογαριασμό. Στρώσε, κύριε, το τραπέζι και μη ρωτάς πόσοι είμαστε. Δε βλέπεις πόσοι είμαστε; Όλο και λιγότεροι, είμαστε. Όλο και λιγότεροι.

Πίνακας: Λουίζα Κακίση, Στο Μοναστηράκι.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Θητεία


Τώρα φυτεύω λουλούδια. Γεράνια. Γεράνια, κυρίως. Που αντέχουν. Θέλω πολλή δουλειά ακόμη. Όταν αρχίσω να φυτεύω παπαρούνες, θα μου επιτρέψω να σε σκεφτώ.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Αντικείμενο



Μην αρχίζεις τα ίδια και τα ίδια, σε λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Όχι δε μιλάς στο βρόντο, στο νεροχύτη μιλάς για να τ’ ακούω εγώ. Σ’ αυτόν καταφεύγεις πάντα. Τ’ ακούω, λοιπόν, και τα σκέφτομαι, μη νομίζεις πως δεν τα σκέφτομαι. Και ο νεροχύτης τ’ ακούει. Πιο πολλά ξέρει ο νεροχύτης μας για μένα, από μένα. Πότε που έκαψα το φαγητό η ανεπρόκοπη κι ένας θεός ξέρει ποιος θα με πάρει τέτοια τσαπατσούλα, πότε που άργησα κι έμεινες κρεμασμένη όλη νύχτα στο μπαλκόνι να περιμένεις και που δε σε σκέφτομαι και δε σε υπολογίζω και που κόντεψες να πάθεις εγκεφαλικό, πότε που σου είπα ψέματα πως ήμουν στης Μαρίας ενώ ήμουν με το Γιώργο και πως πάει η εμπιστοσύνη σου, ράγισε και άμα ραγίσει το γυαλί δεν ξανακολλάει και που τα καλά κορίτσια δε γυρίζουνε με τον πάσα ένα τυχόντα κι έδωσα λαβή για σχόλια και δεν έχεις μούτρα να βγεις στη γειτονιά και που εσείς κυκλοφορούσατε με το κούτελο καθαρό και σας το καταβρώμισα, πότε που δεν πέρασα μαθήματα και σε ρωτάει ο κόσμος και απάντηση για το πτυχίο δεν έχεις κι αναγκάζεσαι ν’ αλλάξεις κουβέντα και δρόμο, πότε που κόλλαγα αφίσες και δεν το περίμενες να στο κάνω εγώ αυτό, που εσύ με μεγάλωσες μες στη δαντέλα και τι δουλειά έχω εγώ με τους κουμμουνιστές, πότε που με πήρανε στο τμήμα και που εσείς δεν είχατε ποτέ πάρε-δώσε με αστυνομίες και τη διαβήκατε κι αυτήν την πόρτα και που τσάμπα με σπουδάζατε και τι άλλο σας περιμένει ακόμα και μαύρη η ώρα που με γένναγες και η τύχη μου μαζί, πότε όλα. Και τα λαμβάνω σοβαρά υπόψη, τα όλα. Και το νεροχύτη μας λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Που, χάρη σε σένα, τα ξέρει τα όλα μου. Και που με αντέχει. Και, ναι, θα παντρευτώ, λέμε. Καθυστερώ ναι, όσο περνούν τα χρόνια είναι και πιο δύσκολο, ναι, και φοβάμαι κι εγώ πως θα μείνω μόνη μου, ναι. Μα εύκολο το ‘χεις, μάνα; Εύκολο; Φοβάμαι, μάνα, φοβάμαι. Και τη μοναξιά φοβάμαι, μα και την παρέα τη φοβάμαι. Δεν είναι εύκολο να βρεις άντρα να μοιάζει στο νεροχύτη μας, είναι;

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ, 6



Καλά να μου φέρεσαι. Όχι όπως πριν, που με κοίταζες αφ’ υψηλού και μετά βδελυγμίας. Πάρ ‘το απόφαση, άλλον δεν έχεις από μένα. Όχι, ότι δεν είναι καλή. Και συγκινητική είναι μ’ εκείνα τα κρυώνεις άντρα μου και βρέχεσαι άντρα μου, καθώς σφίγγει τη φωτογραφία σου στην αγκαλιά της. Αλλά τη σφίγγει όλο και λιγότερο, δεν τη σφίγγει; Και νοικοκυρά, δε λέω. Αλλά κάνει όλο και περισσότερα δεν κάνει; Σκουπίζει, πλένει, στρώνει το καθαρό το σεμεδάκι, ποτίζει τα λουλούδια, θυμιατίζει. Ένα σωρό δουλειές. Και λιώνεις εσύ με την περιποίηση. Και δεν παρατηρείς ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά, σου λέει όλο και λιγότερα. Γιατί σου λέει όλο και λιγότερα, δε σου λέει; Κι ύστερα φεύγει. Και φεύγει όλο και πιο σύντομα, δε φεύγει; Μα τι θα θες; Δεν την αδικώ. Και μην την αδικείς κι εσύ. Άλλοι οι ρυθμοί εκεί πάνω. Άλλοι. Πάρε το απόφαση. Άλλον δεν έχεις από μένα. Αυτό είναι κόλαση δεν το ‘ξερες; Να μην έχεις άλλον παρά εκείνον που κάποτε τον κοίταζες αφ’ υψηλού και μετά βδελυγμίας. Να μην έχεις άλλον παρά εμένα. Μονάχα εμένα. Να σέρνομαι στα πόδια σου και να σου ψιθυρίζω. Να γλείφω το κορμί σου και να λιώνεις. Γιατί λιώνεις στο άγγιγμά μου κι ας με σιχαίνεσαι. Παραδέξου το. Λιώνεις. Κυριολεκτικά.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ,5



Με βλέπω να τη χάνω την ευκαιρία. Δε μου βγαίνει, ρε παιδί μου, πώς το λένε. Τι πάει να πει, μη φοβάμαι κι έχει ησυχία εδώ; Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Την ησυχία. Τόσος κόσμος και τίποτα. Σαλιγκάρι σέρνεται και σου γρατζουνά τα μηνίγγια. Ούτε ν’ ανασάνεις, όχι να μιλήσεις. Πλακώνουν οι ενοχές. Εγώ θορυβώ, οι άλλοι όχι. Εγώ ανασαίνω, εσύ όχι. Και ναι, φοβάμαι. Ούτε εδώ μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Τάφος σου λέει ο άλλος. Πας στοίχημα; Γειτονιές ολόκληρες γίνανε οι τάφοι. Και κουτσομπολεύουν οι γειτονιές. Να, πριν από λίγο. Ο πόνος πόνος αλλά η εσείς ποιον χάσατε περιέργεια, περιέργεια. Γι’ αυτό σου λέω. Κι οι τάφοι αυτιά. Μωρέ, λέξη δε βγάζω. Τώρα θα μου πεις, μπορούμε να τα πούμε πνευματικώς. Έχεις τα προσόντα να μ’ ακούσεις. Δε θέλω έτσι. Δε θέλω. Κουράστηκα με το πνευματικώς. Πνευματικώς μου τα λέω συνέχεια. Σωματικώς θέλω, σωματικώς, να ουρλιάζω και να χαίρομαι. Και πάλι δεν ξέρω. Αν μπορούσα να στα πω, εννοώ, θα στα έλεγα; Και γιατί δε σου τα έλεγα πριν; Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Πόσο μπορεί να τσαλακώνεται για να μην τσαλακωθεί κανείς; Πόση κούραση. Άκρη δε βγάζω. Πάω. Ίσως δε διάλεξα τη σωστή ώρα. Ίσως είναι ώρα αιχμής. Με το λιοπύρι θα ‘ρθω. Και βλέπουμε.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Η μελωδία της ευτυχίας



Ο Ρέντης ήτανε τα Σάββατα. Και ντυνόμαστε και στολιζόμαστε και άκρη-άκρη το ποτάμι για Ντούαλ και Αλέα και μελωδία της ευτυχίας. Κι η Χονολουλού τα άλλα Σάββατα. Θάββατο θήμερα, κθέχασες; Σάββατο, ναι. Και πού θα πάμε; Στη Χονολουλού. Έχει έργο εκεί; Απ’ όλα έχει. Και ντυνόμουνα και στολιζόμουνα και περίμενα. Μα ντύθου κι εθύ, θα χάθουμε το έργο. Είναι νωρίς ακόμη. Και περίμενα και περίμενα και τίποτα. Πέσε κοιμήσου. Κι η Χονολουλού; Το άλλο Σάββατο. Θίγουρα; Σίγουρα. Και τι θα δούμε; Ό,τι θες. Το άλλο Θάββατο; Το άλλο. Θτη Χονολουλού; Στη Χονολουλού. Κι έπεφτα και κοιμόμουνα και δε μ’ ένοιαζε που τίποτα. Ερχόταν η Χονολουλού στο κρεβάτι με τα Ντούαλ της και τις Αλέες της και τις μελωδίες της ευτυχίας, ίδια ο Ρέντης, άκρη-άκρη στο ποτάμι. Ωραία. Ωραία κύλησε ο καιρός μου άκρη-άκρη στο ποτάμι, ωραία κύλησε ο καιρός μου, ωραία κύλησε. Ωραία. Μα τώρα πώς θα γίνει; Πώς θα γίνει γαμώτο; Πώς θα γίνει να ξαναβρεθώ Χονολουλού τα Σάββατα; Κι ας τίποτα; Πώς θα γίνει;

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Τμήμα Δ, 4

Τρέχουν τα μάτια μου, χωρίς να συμβουλευτούν κανέναν. Από μόνα τους. Δι’ ασήμαντον αφορμήν. Να, προχθές ήταν η μαγειρίτσα. Να φτιάξω ή να μη φτιάξω. Μέγα πρόβλημα. Και δώσ’ του κλάμα. Βλέπεις, σε σένα μόνο άρεσε η μαγειρίτσα. Για σένα την έφτιαχνα. Κάθε χρόνο. Και προχθές, που θα έφτιαχνα ή δε θα έφτιαχνα, για σένα πάλι. Μα φτάνει πια. Άλλο δεν κλαίω. Δεν είναι που κουράστηκα. Είναι που ξέρω γιατί κλαίω. Και ξέρεις κι εσύ. Δεν τρέχουνε τα μάτια μου για σένα, αλλά για μένα. Μου λείπεις και μου λείπεις και μου λείπεις. Πολύ το «μου» ακούγεται, δε βρίσκεις; Πολύ. Και βαρύ. Πολύ. Πού να ταξιδέψεις με τέτοιο βάρος στις αποσκευές. Κι έτσι δε μέθυσες ποτέ σου στην Αβάνα. Όπου «έτσι», βάλε «μου». Κι όπου «μου», «από αγάπη». Τρίχες αγάπη. Το ‘ξερες εσύ, μα δε μιλούσες. Μ’ άφησες μόνη μου να μάθω. Έτσι το διάλεξες. Να τα πληρώσω τα μαθήματα. Τρελέ! Τώρα που ένιωσα, δεν είσαι εδώ να το χαρείς. Γι’ αυτό σου λέω. Άλλο δεν κλαίω. Δεν είναι που κουράστηκα. Είναι που ξέρω γιατί κλαίω. Είναι που ντρέπομαι. Εσένα. Που έχασες για ένα "μου" τη ρούμπα στην Αβάνα.

Πίνακας: Delilah Smith, Salsa dancing

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Του θαλάμου 14


Να κάνεις παρέα με τους καλύτερούς σου, για να πας μπροστά. Έτσι έλεγες. Σ’ άκουγα κι εγώ. Τι ήξερα τότε; Σ’ άκουγα. Κι όπου καλύτερος κι εγώ από δίπλα. Και πήγα μπροστά. Όλοι το λένε. Κι όλο, είδες που στα ΄λεγα, εσύ. Είδα. Είδα και το μπροστά, δε λέω. Μα και το πίσω είδα. Μέσα μου το κουβαλάω. Χρόνια τώρα. Και με βαραίνει, να ‘ξερες πόσο με βαραίνει. Σκυμμένος πάω μπροστά. Με το χέρι απλωμένο. Να ζητιανεύω απ’ τους καλύτερους. Επαιτώ, πατέρα, επαιτώ, αντί να απαιτώ. Μετριέμαι μια ζωή και βγαίνω λειψός. Μια ζωή στη σύγκριση. Με τους καλύτερους, που λέγαμε. Κι όλο υπολείπομαι. Γιατί όλο κι εμφανίζεται κάποιος καλύτερος. Τώρα θα μου πεις, εσύ φταις; Όχι, δε φταις, να πέσει φωτιά να με κάψει, αν έχω παράπονο. Γιατί και το άλλο έλεγες. Μάθε παιδί μου γράμματα, έλεγες. Και μάλλον ξώφαλτσα το πήρα αυτό το τελευταίο. Νόμιζα πως μάθαινα γράμματα, μα δε μάθαινα. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς έφτασα απ’ το α του απαιτώ στο ε της επαιτείας. Μεγάλο πράγμα η γνώση δε συμφωνείς; Κοιμάσαι. Μέρες πολλές τώρα, κοιμάσαι. Μα είπανε να σου κουβεντιάζω. Σου κάνει καλό κι ας κοιμάσαι, λέει. Γι’ αυτό στα λέω. Επειδή δεν ακούς. Αν μπορούσες ν' ακούσεις, άλλα θα σου 'λεγα. Να είσαι ήσυχος για το γιο σου, θα σου έλεγα. Και περήφανος που πρόκοψε. Και πως σου χρωστά χάρη που πήγε μπροστά. Με τους καλύτερους.

Πίνακας: Θεόδωρος Στάμος, Ατέρμονο Πεδίο.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Τμήμα Δ, 3


Πρόκοψες και το ‘κοψες. Αλλά εγώ θα μιλώ πάντα στον πληθυντικό. Ήρθα να κάνουμε ένα τσιγαράκι, έτσι θα λέω. Πάντα. Δε σ’ ενοχλεί ο καπνός, ε; Ούτε κι εμένα μ’ ενοχλεί που δεν καπνίζεις. Μ’ άλλους νοιώθω αμήχανα. Δεν μπορώ να εκφραστώ, ρε παιδί μου, πως το λένε. Μιλώ κι έχω άγχος μην τυχόν και ξεστρατίσει ο καπνός στο πρόσωπό τους κι αποσυντονίζομαι. Τι να πεις έτσι; Τα απολύτως τυπικά. Δεν μπορείς ν’ ανοίξεις την καρδιά σου, μπορείς; Έτσι. Και μιας κι ανοίγουμε την καρδιά μας τώρα και καπνίζουμε και μιλάμε σαν άνθρωποι, να σου το πω κι αυτό, δεν αντέχω να το βαστάω άλλο. Τόσο καιρό, τα απολύτως τυπικά έλεγα και σε σένα. Όλα πάνε καλά, μην ανησυχείς, το χρώμα σου καλύτερο το βλέπω σήμερα, σα να πήρες κα ‘να κιλό, ο Δημήτρης έγραψε 19 στ’ Αρχαία κι ο Κωνσταντίνος πήγε καλά στη Φυσική που φοβόταν, τα καταφέρνουμε μια χαρά, προσπάθησε να τρως, Τα τυπικά σου έλεγα. Μα άλλα ήθελα να σου πω. Άλλα. Να σε βρίσω ήθελα. Ανάθεμά σε, τι δουλειά έχεις εδώ μέσα εσύ, ε; Έτσι θα σου έλεγα. Τσακίσου και γύρνα σπίτι σου, θα σου έλεγα, σ’ αγαπάμε και μας λείπεις και δεν μπορούμε δίχως σου. Έτσι θα σου έλεγα. Και φοβάμαι, έτσι που σε βλέπω, πώς έχεις γίνει έτσι, δεν είσαι εσύ ο Θάνος μας, δε σ’ αναγνωρίζουμε πια, έτσι θα σου έλεγα. Και ξανά σ’ αγαπάω. Και τι θέλεις να κάνω, πες μου τι θέλεις να κάνω για σένα και για την Ανθούλα και για τα παιδιά, δεν έχεις ζωή πια, δώσε μου οδηγίες, έτσι θα σου έλεγα. Και ξανά σ’ αγαπάω. Και, φοβάσαι; θα ρωτούσα. Φοβάσαι κι εσύ, όπως κι εγώ; Και ξανά σ’ αγαπάω. Και εσύ θα μου απαντούσες, όλα θα μου τά ‘λεγες, όπως πριν, δε θα μου τά ‘λεγες; Θα μου τα έλεγες. Αν κάπνιζες. Μα δεν κάπνιζες, ανάθεμά σε, δεν κάπνιζες, πρόκοψες κι έκοψες το τσιγάρο και περιοριστήκαμε στα απολύτως τυπικά. Πρόκοψες. Αλλά ησύχασε, πέρασε τώρα. Τώρα μπορούμε να μιλάμε σαν άνθρωποι πάλι. Να τα λέμε όλα. Κι είναι ήσυχα εδώ για κουβεντούλα. Κι ο χρόνος πολύς. Είσαι σίγουρος πως δε σ’ ενοχλεί ο καπνός, ε;

Ο πίνακας του Σαράντη Καραβούζη.

Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

Κομμός


Εισιτήρια, εξιτήρια, διαγράμματα παρακολούθησης ζαχάρου, μέτρηση ούρων ζαχάρου, νοσηλευτική πορεία, φύλλο νοσηλείας, πλάνα ορρών 2/ώρου, οικειοθελής έξοδος, πλάνα θαλάμου, διαγράμματα 3/ωρης παρακολούθησης, εντολές νοσηλείας, εντολές νοσηλείας εντατικής, έντυπα συγκατάθεσης ασθενών και συγγενών, ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, α, ρε Θάνο! Τι μανία κι αυτή να μαζεύεις χαρτιά με τ’ όνομά σου.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Πηγή Καφετζοπούλου-Για λίγο

θα ήθελα να ζω
τη μέρα μέσα στα αόρατα
και τη νύχτα
στο θαλασσινό βυθό.

Εντάξει;


http://trelitoufegariou.blogspot.com/

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Του θαλάμου 13



Μωρέ, μια χαρά είμαι εδώ σου λέω! Πασάς στα Γιάννινα. Πάνε κι έρχονται οι χανούμισσες με τις άσπρες τις στολές τους και με τα πασουμάκια τους τ’ αθόρυβα. Ώρα για την ενεσούλα μας, τιτιβίζουν. Ευχαρίστως. Τρελαίνομαι μ’ εκείνο το μας. Τρελαίνομαι. Πώς πάμε σήμερα; Με προσέχεις; Πρώτο πληθυντικό, όχι αστεία. Πώς πάμε σήμερα; Μια χαρά πάμε, μου πέρασε η πνευμονία που με κρεβάτωσε, αλλά σιγά να μην τους το πω. Μ' αρέσει εδώ. Κάθε μέρα κι άλλο πόνο βρίσκω. Πότε στο στήθος, πότε στο στομάχι. Κι όλο ψάχνουν. Κατατρυπημένο μ’ έχουν, φλέβες δεν έχω πια. Τίποτα δε βρίσκουν, δε δικαιολογείται ο πόνος, λέει, θα μου δώσουν εξιτήριο, λέει. Δε με νοιάζει τι δικαιολογείται και τι όχι, απαντώ, εγώ πονάω. Πονάω και δεν πάω πουθενά. Και απαιτώ, κύριοι, απαιτώ. Τόσα χρόνια τα έσκαγα στο ΙΚΑ, σειρά σας τώρα. Ο ασθενής πονάει, τελεία και παύλα. Δουλειά σας είναι να βρείτε πόθεν ο πόνος. Τι θέλετε; Να με βρει και τίποτα ξαφνικό στο σπίτι, το γέρο μαγκούφη και να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι; Αμαρτία είναι. Έτσι που λες. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με κρατάνε και δώσ’ του και τρυπάνε. Μα δε με νοιάζει. Ας τρυπάνε όσο θέλουν, αρκεί να με κρατήσουν εδώ. Με τα θερμόμετρά μας και με τις εξετάσεις μας και με τις ενεσούλες μας. Ό,τι θέλουν ας κάνουν. Ό,τι θέλουν. Εγώ το μας θέλω ν’ ακούω. Το μας.

Πίνακας: Περικλής Πανταζής, Κεφάλι Γέρου

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Του θαλάμου 12



Πλένω σιγά-σιγά κανένα μπλουζάκι, αγοράζω και κα ‘να καλτσόν. Της πήρα και μια φούστα. Όλα κρυφά. Έτσι και το νοιώσει, με σκότωσε. Μα θέλω να ‘μαστε έτοιμοι. Κείνη την ώρα, πού μυαλό γι’ αυτά. Κι ο κόσμος κουβεντιάζει. Μαύρα τα θέλει. Όλα. Όχι μόνο την καρδιά σου. Όλα. Κι αν δεν του τα δώσεις, λέει λόγια. Η πρώτη του κουβέντα συλλυπητήρια κι η δεύτερη, μα δεν είχε μια μαύρη φουστίτσα η χριστιανή; Μα πώς να της το πω; Πώς να της το πω, που όλο ελπίζει πως θα τον δει να σηκώνεται και να φεύγει στα πόδια του από δω μέσα. Πώς να του πω του κοριτσιού μου, πως πάει ο άντρας της και πως με τον κόσμο θα ζήσει από δω κι ύστερα; Και πως αυτός ο κόσμος αποφασισμένα τα έχει τα μέτρα του, χρόνια τώρα, και δεν αλλάζει και κλείνει πόρτες κατάμουτρα έτσι και δεν τα τηρήσεις; Τους νεκρούς πρέπει να τους τιμάμε, λέει ο κόσμος. Και η τιμή της τιμής έχει χρώμα. Μαύρο.

Φωτογραφία: Μαρίτα