Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ,5



Με βλέπω να τη χάνω την ευκαιρία. Δε μου βγαίνει, ρε παιδί μου, πώς το λένε. Τι πάει να πει, μη φοβάμαι κι έχει ησυχία εδώ; Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Την ησυχία. Τόσος κόσμος και τίποτα. Σαλιγκάρι σέρνεται και σου γρατζουνά τα μηνίγγια. Ούτε ν’ ανασάνεις, όχι να μιλήσεις. Πλακώνουν οι ενοχές. Εγώ θορυβώ, οι άλλοι όχι. Εγώ ανασαίνω, εσύ όχι. Και ναι, φοβάμαι. Ούτε εδώ μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Τάφος σου λέει ο άλλος. Πας στοίχημα; Γειτονιές ολόκληρες γίνανε οι τάφοι. Και κουτσομπολεύουν οι γειτονιές. Να, πριν από λίγο. Ο πόνος πόνος αλλά η εσείς ποιον χάσατε περιέργεια, περιέργεια. Γι’ αυτό σου λέω. Κι οι τάφοι αυτιά. Μωρέ, λέξη δε βγάζω. Τώρα θα μου πεις, μπορούμε να τα πούμε πνευματικώς. Έχεις τα προσόντα να μ’ ακούσεις. Δε θέλω έτσι. Δε θέλω. Κουράστηκα με το πνευματικώς. Πνευματικώς μου τα λέω συνέχεια. Σωματικώς θέλω, σωματικώς, να ουρλιάζω και να χαίρομαι. Και πάλι δεν ξέρω. Αν μπορούσα να στα πω, εννοώ, θα στα έλεγα; Και γιατί δε σου τα έλεγα πριν; Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Πόσο μπορεί να τσαλακώνεται για να μην τσαλακωθεί κανείς; Πόση κούραση. Άκρη δε βγάζω. Πάω. Ίσως δε διάλεξα τη σωστή ώρα. Ίσως είναι ώρα αιχμής. Με το λιοπύρι θα ‘ρθω. Και βλέπουμε.

3 σχόλια:

Nomad είπε...

Οπως πολύ καλά γνωρίζετε, η απαντηση σε όλα είναι "τίποτα" (αλλοι λένε "42", αλλα το ίδιο είναι τελικά). Αν και το ερώτημα θα έπρεπε να ήταν πόσο μπορεί κανείς να μείνει ατσαλάκωτος για να τσαλακωθεί σωστά. Συνεχίστε τώρα για τους φιλοπερίεργους σαν εμένα, παρακαλώ.

quartier libre είπε...

να είσαι πάντα καλά.

Ανώνυμος είπε...

nai, nai me anagnwrizw