Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 8



Σού ‘φερα αλογάκι. Πλαστικό. Να, εδώ θα το ακουμπήσω, να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Τώρα θα μου πεις, στα κορίτσια φέρνουν δώρο αλογάκια; Φέρνουν. Όταν σου λέει ο μαγαζάτορας, ήρθατε αργά κυρία μου, μας τελείωσαν οι κούκλες, μόνο αλογάκια έχουμε. Έτσι δεν είναι; Κι εσύ θα ήθελες να πάρεις τουλάχιστον το ξύλινο, αλλά τα χρήματα δε σε φτάνουν. Έτσι δεν είναι; Και το τυλίγεις όμορφα και το αφήνεις στο προσκεφάλι της κόρης σου, τάχα το έφερε ο Άη Βασίλης, με καθυστέρηση ημέρες τρεις. Και σκίζεται η καρδιά σου, που τη βλέπεις να ψελλίζει ευχαριστώ για να μη σε κακοκαρδίσει και παρακαλάς άλλο δώρο να μπορούσες να της φέρεις. Έτσι δεν είναι; Μη. Μη μιλάς εσύ, δεν κάνει να κουράζεσαι, εγώ θα μιλώ. Έτσι είναι. Δεν το ήξερα τότε, αλλά έτσι είναι. Έφταιγε που ήσουν πάλι στο νοσοκομείο, έτσι δεν είναι; Γι αυτό καθυστέρησε ο Άη-Βασίλης ημέρες τρεις. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Τότε δεν ήξερα. Και σε πίκρανα. Μα τώρα ξέρω. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Για σένα. Να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Και για τον Άη-Βασίλη, που του κρατούσα μούτρα τόσα χρόνια η ανόητη. Του έγραψα χτες ξανά. Να σταθείς πάλι στα πόδια σου. Κι αν σε ρωτήσουν για το άλογο οι γιατροί, η κόρη μου το έφερε να πεις. Κι όχι γιατί δεν μπόρεσε να μου πάρει κάτι άλλο, αλλά από συγνώμη κι αγάπη κι ευγνωμοσύνη, να πεις. Γιατί μεγάλωσε πια η κόρη μου και ξέρει. Μάνα είναι ένα αλογάκι πλαστικό στο προσκεφάλι, με καθυστέρηση ημέρες τρεις.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Της αγάπης *

Στων ματιών μου τις κόγχες καρφώθηκε η νύχτα, είπες. Και μάζεψα ένα-ένα τ’ άστρα και την κέντησα ξανά να δεις. Κι είδες στα χέρια μου πληγές απ’ το βελόνι κι είπες. Πόσο φρικιαστικό το θέαμα είναι. Κι έπιασα τα χέρια μου και τα ‘κοψα, να μην τα βλέπεις πια και σε τρομάζουν...


* Παλιά ανάρτηση (23-3-2007). Τότε, με τίτλο Η Αφροδίτη της Μήλου. Σήμερα αλλιώς. Για να ταιριάζει.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 7



Λέξη μη βγάλεις. Εγώ μιλάω τώρα. Σε μια νυχτιά την ξέσκισα κουρέλια τη ζωή μου. Πάνε έξι μήνες, το θυμάσαι; Έκλαιγα, καταριόμουν κι έσκιζα. Ό,τι είχα και δεν είχα, όλα τα ξέσκισα. Όλα. Τ’ άλλο πρωί σηκώθηκα, κοίταξα τα κομμάτια κι είπα φτάνει. Έκατσα. Κι αταίριαστα ταιριάζοντας τα σκόρπια κουρελάκια, την ξανάραψα. Ταιριάζοντας τ’ αταίριαστα. Ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά μ’ άρεσε, εδώ, ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά το ήθελα, εκεί, κι ακόμη ένα, που δεν έπρεπε αλλά ποιος νοιάζεται, παρέκει. Κι έτσι, απρόσεκτα ταιριάζοντας τα λάθος χρώματα -ποιος ο βρεγμένος που φοβάται τη βροχή- νά σου την πολύχρωμη η κουρελού μου κι ατίθαση, φτιαγμένη απ’ την αρχή. Για το τέλος. Έξι μήνες. Έτσι είχες πει. Και τώρα, έκανα λάθος, λες, έκανα λάθος, δεν είναι αυτό το τέλος, έχεις ζωή μπροστά σου. Ποια ζωή; Αυτή που ξέσκισα; Έκανες λάθος, λες. Και περιμένεις να χαρώ. Και να γυρίσω σπίτι. Με την κουρελού μου παραμάσχαλα. Και πώς στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει σπίτι μου, πια, η κουρελού, γιατρέ; Και πού στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει οπουδήποτε πια; Το σπίτι μου είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητο. Όλων σας τα σπίτια είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητα. Ποια πόρτα να χτυπήσω και ποιος να τη δεχτεί; Γι αυτό σου λέω. Δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εδώ θα μείνει. Στο γενέθλιό της τόπο. Και μην τολμήσεις να μου πεις πως δεν ταιριάζει ούτε κι εδώ. Μια χαρά ταιριάζει εδώ. Ασορτί. Με τις λάθος διαγνώσεις σας.

Πίνακας: Βασίλειος Γερμενής, Το Ράψιμο, λάδι σε μουσαμά.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Άνθρωποι προπαντός



Συγγνώμη, θα της έλεγε, δε σε χρειάζομαι άλλο πια, βρήκα άλλη. Έτσι θα της έλεγε. Ορθά-κοφτά. Την αλήθεια. Είχε γεράσει πια δεν έκανε για τη δουλειά. Χάρη της έκανε που δεν της έλεγε πως είχε γεράσει, έτσι δεν είναι; Έτσι. Ή μάλλον όχι. Μπορεί να τη θύμωνε πολύ αυτό το ορθά κοφτά και να προκαλούσε φασαρίες. Όχι έτσι. Πιο μαλακά. Συγγνώμη, θα της έλεγε, θα λείψω τούτο το Σάββατο, μην έρθεις σπίτι. Αν μπορέσω το άλλο, θα σου τηλεφωνήσω. Έτσι θα της έλεγε, και θα το πήγαινε από Σάββατο σε Σάββατο κι από αναβολή σε αναβολή, ελπίζοντας να φύγει εκείνη πρώτη. Αν όμως επέμενε; Η αλήθεια είναι πως ήταν ικανή να επιμείνει, πάντα ήταν εκεί όταν τη χρειαζόταν. Όχι, έπρεπε να τελειώνει μια και καλή. Να ξέρει κι εκείνη, να κανονίσει την πορεία της. Όλα κι όλα, προπαντός άνθρωποι να είμαστε, σ’ αυτά τα Σάββατα στήριζε η γυναίκα τη ζωή της. Προπαντός άνθρωποι. Συγγνώμη, θα της έλεγε, τα φέρνω δύσκολα οικονομικά τον τελευταίο καιρό, δεν μπορώ να σε πληρώνω. Καλύτερο αυτό, γιατί τι θα έκανε, θα το έπαιρνε απόφαση. Αλλά και πάλι μπορεί να μάθαινε πως έφερε άλλη γυναίκα σπίτι τούτο το Σάββατο και να θύμωνε χειρότερα που την κορόιδεψε. Άλλον τρόπο έπρεπε να βρει. Άλλον. Οπωσδήποτε. Αυτό το τι μου τη χάρισες αυτήν την ταμπακέρα βλέμμα, δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Άλλον τρόπο. Ίσως…ναι. Ναι, θα μπορούσε. Δυναμικά θα το αντιμετώπιζε, δυναμικά. Άκου να δεις, θα της έλεγε, φέρε πίσω το δαχτυλίδι που βούτηξες, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα, ακούς; Βρωμιάρηδες, θα της έλεγε, που σας βάλαμε στα σπίτια μας και σας κάναμε ανθρώπους κι έχετε κατακλέψει τον κόσμο. Κι ένας θεός ξέρει τι έχεις σουφρώσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν είχα πάρει είδηση. Παλιοαλβανοί, ε παλιοαλβανοί! Το καλό που σου θέλω, θα της έλεγε, το καλό που σου θέλω, να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου. Έτσι θα της έλεγε. Κι αν επέμενε, θα έβρισκε και δυο τρεις συνελληνίδες γειτόνισσες να βεβαιώσουν του λόγου το αναληθές. Ποιος θα την πίστευε εκείνη; Ο λόγος της κι ο λόγος μας. Μα δε θα χρειαζόταν, όχι. Δε θα επέμενε. Χαρτιά δεν είχε, θα φοβόταν να το τραβήξει το πράγμα. Ναι, έτσι θα της έλεγε. Εκείνη θ’ αναγκαζόταν να ψάξει γι’ άλλη δουλειά κι αυτή θα ξεμπέρδευε μια και καλή. Ούτε βλέμματα, ούτε ΙΚΑ, ούτε φασαρίες. Και προπαντός άνθρωποι.

Πίνακας: Ονορέ Ντωμιέ, Το βάρος (Η πλύστρα).

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 6




Βλάκες! Βλάκες! Ποιος σας είπε πως ήθελα να προλάβετε, ε; Ποιος σας το ‘πε; Στέκεστε όλοι πάνω μου και συχαρίκια δίνετε ο ένας σας στον άλλον. Που προλάβατε. Και τώρα, υποθέτω, ευχαριστώ πρέπει να πω κι ευγνωμοσύνη να ‘χω. Γιατί προλάβατε. Α, πώς με πνίγει αυτή η ανθρωπιά σας! Πώς την αλήθεια την καρφώνει στο λαιμό μου! Και δε φωνάζω, όχι, γιατί φριχτή αγένεια η αλήθεια μου στα μάτια σας θα φάνταζε. Και αγενής ποτέ δεν ήμουν. Ανάξιος μόνο. Στη ζωή. Και στο θάνατο. Κι όμως, λίγο ακόμη. Λίγο ακόμη ήθελα να προλάβω. Εσάς τους σπλαχνικούς. Εσάς, που ανακατεύεστε εκεί που δε σας σπέρνουν. Εσάς. Που με προλάβατε.

Πίνακας: Αχιλλέα Χρηστίδη, Απόδραση, 1992, λάδι σε μουσαμά

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 5



Δεν ξέρω πώς έγινε. Εγώ να χορέψω ήθελα. Τίποτα άλλο. Να χορέψω. Και ένα και δύο και τρία και…blaunen Donau. Χόρευα πολύ, παλιά. Πολύ παλιά. Με άλλον. Τώρα έχω χρόνια να χορέψω. Με άλλον. Μόνη μου όμως, πολύ. Και ένα και δύο και τρία και blaunen Donau. Δε στο είχα πει, ε; Χορεύω και μόνη μου, ναι. Παίρνω την καρέκλα και ένα και δύο και τρία, χορεύω. Μακριά απ’ τον καθρέφτη χορεύω. Τον αποφεύγω τον καθρέφτη. Χθες, δεν ξέρω τι έγινε. Δεν πρόσεξα, μάλλον. Το παράκανα, μάλλον. Και ένα και δύο και τρία και blaunen Donau. Παρασύρθηκα. Βρέθηκα μπροστά του και με είδα. Με την καρέκλα στο χέρι. Όρμησε ο Δούναβης και με ξέβρασε στο πάτωμα, σπασμένα γυαλιά και πάνω τους εγώ, αμέτρητα γυαλιά και πάνω σε όλα εγώ, με μια καρέκλα στο χέρι. Με μια καρέκλα στο χέρι. Στα σπασμένα γυαλιά. Άρπαξα ένα, το κράτησα σφιχτά, αγαπησιάρικα το κράτησα και συνέχισα να χορεύω σχηματίζοντας και ένα και δύο και τρία τα βύματα του Δούναβη. Blaunen Donau. Στο χέρι μου.

Πίνακας: Κυριάκος Κατζουράκης, Χωρίς Τίτλο, λάδι σε κόντρα πλακέ.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 4



Φύγε, μάνα! Μη με κοιτάζεις έτσι. Φύγε. Δεν πονάω σου λέω, είμαι καλά, τι άλλο θέλεις; Φύγε και μην ανησυχείς. Άλλη φορά θα προσέχω. Ούτε που ξέρω πώς κουτρουβαλιάστηκα στις σκάλες. Νερό κατέβηκα να πιω, σκοτάδι, παραπάτησα. Άλλη φορά θα προσέχω. Θα γιάνει το πλευρό, είπανε. Φύγε, τα παιδιά θα γυρίσουν όπου να ‘ναι, να βρουν κάποιον στο σπίτι, ο πατέρας τους στη δουλειά. Είμαι καλά, πες. Να μην έρθουν να με δουν, πες, δε χρειάζεται να με δουν έτσι, όχι, αυτό μην τους το πεις, δεν επιτρέπονται οι επισκέψεις, πες, δε χρειάζομαι τίποτα να τους πεις. Τίποτα δε χρειάζομαι. Και πάψε να με κοιτάζεις. Όλα καλά είναι. Κι εγώ καλά είμαι. Και το μάτι μου θα γιάνει. Δεν ξέρω πώς χτύπησε αυτό. Στο κάγκελο της σκάλας, μάλλον. Όχι, δεν πονάει, φύγε. Φύγε, μάνα, φύγε σου λέω, και μη με κοιτάζεις. Μη με παιδεύεις, σ’ εξορκίζω, φύγε. Φύγε, μάνα. Φύγε. Φύγε, όπως έπρεπε να φύγεις και τότε που σε παρακαλούσα να μείνεις, θυμάσαι; Θυμάσαι; Είχες μαζέψει τα ρούχα σου να φύγεις, αποφασισμένο το ‘χες, και στεκόμουν δίπλα στο σάκο, μια χαψιά μπροστά στο σάκο κι έκλαιγα και παρακαλούσα, μη φύγεις μάνα, έλεγα, μη φύγεις. Κι έκλαιγες κι εσύ. Κι εσύ σε κάποιο κάγκελο είχες χτυπήσει την προηγούμενη νύχτα, θυμάσαι; Σε παρακαλούσα να μη φύγεις και δεν έφυγες. Κι εγώ έπαψα να κλαίω. Εσύ δεν έπαψες. Θυμάσαι; Εγώ το θυμάμαι καλά. Πιο πολύ τώρα το θυμάμαι. Όσο περνούν τα χρόνια, το θυμάμαι. Σε παρακάλεσα να μη φύγεις και δεν έφυγες. Για μένα δεν έφυγες. Έπρεπε να φύγεις, μάνα, τότε, δεν έπρεπε να με ακούσεις τότε, συγχώρα με που στο ζήτησα, εγωιστικά φέρθηκα μα δεν ήξερα, δεν ήξερα τότε, έπρεπε να φύγεις. Δεν ήξερα τότε. Μα τώρα φύγε. Εσύ μπορείς να φύγεις, εγώ δεν μπορώ. Φύγε, τούτη τη φορά μάνα, και μη με κοιτάζεις έτσι, σε ικετεύω. Και πάψε να ρωτάς, δεν το αντέχω. Πάψε να ρωτάς. Και φύγε.

Πίνακας: Νίκος Νικολάου, Κεφαλή

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 3 και κάτι



Καλά τα πήγαινα, καλά. Κι όλα τα λόγια πού ‘πρεπε του τά ‘χα ειπωμένα. Πως η ζωή δε χάνεται, επέμενα. Πως όλα μια συνήθεια είναι. Και κείνος κοίταζε τα μάτια μου, να δει αν είναι αλήθεια όσα λέω. Δασκαλεμένα ώρες πριν αυτά, στο ύψος τους σταθήκαν, δε με δώσαν. Τότε αυτός χαλάρωσε, φαίνεται πως τα λόγια μου κάπως τον ηρεμήσαν, έγειρε πίσω κι έκανε το χέρι του να ξύσει. Το χέρι του; Ποιο χέρι του; Συνάντησε αέρα. Και πάλι πανικόβλητος γύρισε προς τα μένα. Κι ανάθεμά με, τά ‘χασα. Δεν το ‘χα στο σενάριο το ξύσιμο. Ποιος τον παλεύει τέτοιον αυτοσχεδιασμό; Πιαστήκανε τα μάτια μου αδιάβαστα, στο ανύπαρκτό του χέρι καρφωμένα. Κι όσο κι αν πάσχιζα αλλού να τα γυρίσω, αυτά εκεί. Ξεστράτιζαν και βούρκωναν κι αρχίσανε αλήθειες να ξερνάνε. Πόσο λυπάμαι για τη ζωή του που έχασε, είπαν. Και πόσο πολύ χαίρομαι που δεν είμαι στη θέση του, είπαν. Κι ότι παρακαλώ τη γη ν’ ανοίξει να με καταπιεί του είπαν, δεν το ‘κρύψαν. Όλα τα είπαν, όλα. Κι αυτός κοιτούσε αμίλητος τα μάτια που μιλούσαν. Τύψεις γεμάτος για το χρέος που δεν έκανα, σηκώθηκα και έφυγα. Αέρας έγινα. Τύψεις γεμάτος. Μα τι τα θες; Όσο τα πόδια μου κατάπιναν διάδρομο, το ένα μου χέρι άρρωστα ψαχούλευε τον ώμο, θέλοντας να σιγουρευτεί πως τ’ άλλο ήταν εκεί.

Πίνακας: Ευαγγελία Πίτσου, άτιτλο

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 3



Και πήγανε οι πρόβες μου χαμένες. Όλα κανονισμένα τα είχα. Τα μάτια καρφωμένα στα μάτια του. Μόνο. Και τα λόγια και οι παύσεις προβαρισμένα κι αυτά στην εντέλεια. Όλα στη θέση τους. Κι όλα καλά. Κι έφτασε ένα ξύσιμο να τα τινάξει όλα στον αέρα. Ανέτοιμο με τσάκωσε ο αυτοσχεδιασμός του. Δεν το ‘χα στο σενάριο αυτό. Τα μάτια μου αδοκίμαστα παρά τις δοκιμές βρεθήκανε κι αμέσως ξεστρατίσανε κι άρχισαν να ξερνάνε. Οι προδότες. Πόσο πολύ λυπάμαι, που έχασε τη ζωή του, λένε. Και πόσο χαίρομαι που δεν είμαι στη θέση του, λένε. Και πόση ανακούφιση νοιώθω, που δεν είναι κανείς απέναντί μου, να προσπαθεί να με πείσει πως τίποτα δεν άλλαξε, λένε. Όλα τα λένε κι όλα τα κατάλαβε και πήγαν τόσες πρόβες στράφι. Για ένα ξύσιμο. Και τώρα τι να πω, που περιμένει να μιλήσω; Να πω τι για να γεμίσω το κενό; Και πώς με λόγια τα μάτια μου να βγάλω ψεύτες; Είναι κι εκείνος ο ορός που σιγοστάζει. Με εμποδίζει να συγκεντρωθώ. Δεν έχει ο θάλαμος υποβολέα; Κανείς δεν είναι να με διώξει από δω; Αμέσως πρέπει. Τώρα. Προτού τα μάτια μου μιλήσουν για το χέρι μου και πόσο τυχερός είμαι που το ‘χω. Κι ας με τρώει.

Πίνακας: Ευαγγελία Πίτσου, άτιτλο

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Του θαλάμου 2



Δυο ζιπουνάκια, τρεις πάνες κι ένα φυλαχτό. Μ’ αυτά ήρθα. Και μ’ αυτά φεύγω. Δυο ζιπουνάκια, τρεις πάνες κι ένα φυλαχτό. Και με δυο χέρια άδεια ήρθα κι ένα στήθος βαρύ. Και μ’ αυτά φεύγω. Με δυο χέρια άδεια κι ένα στήθος βαρύ. Γιατί στόμα να το βυζάξει, ο Θεός σου δεν μ’ άφησε να έχω. Το χρειάστηκε, λες. Το δικό μου το παιδί το χρειάστηκε ο Θεός σου, λες. Και καλά που πρόλαβες και μεσολάβησες και το ‘σωσες από την αμαρτία, λες. Που ανάσανε. Μια ανάσα, δυο ανάσες, τρεις. Αμαρτίες. Κι ύστερα τίποτα. Και πως είναι αγγελούδι τώρα, λες. Τώρα. Γιατί προλάβατε και το βαφτίσατε, λες. Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, το παιδί μου πέθαινε κι εσύ στρατολογούσες αγγελούδια. Υποκριτές. Κι εσύ κι ο Θεός σου. Έχε χάρη. Έχε χάρη που δεν ένοιωθα τι κάνανε πίσω από την πλάτη μου. Μα τώρα μάζεψέ τα και φύγε. Κι έχε χάρη. Έχε χάρη που πέθανα κι εγώ μαζί και δεν έχω δύναμη ούτε να φτύσω. Παρηγοριές δε θέλω. Δυο ζιπουνάκια, τρεις πάνες κι ένα φυλαχτό. Μ΄ αυτά ήρθα, μ’ αυτά θα φύγω. Πιπίλα δε χρειάζομαι.

Πίνακας: Γιάννης Μόραλης

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Του θαλάμου



Έλα πιο κοντά, δεν μπορώ να μιλάω δυνατά, δεν είμαι καλά σήμερα. Κι ύστερα όπου να ναι θα ‘ρθει, έχει πάει να τηλεφωνήσει. Τώρα που ‘μαστε μόνες, άκουσέ με. Άκουσέ με. Μπροστά τους παριστάνει την καλή μα, σα φεύγουν, με παιδεύει. Με παιδεύει και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Ανήμπορη. Κι εκείνες να ρωτάνε. Σου φέρεται καλά η γυναίκα, μάνα; Όχι, ουρλιάζω, όχι, μπροστά σας είναι όλο γλύκες κι όταν φεύγετε, μ’ αφήνει και κατουριέμαι πάνω μου. Με σιχαίνεται, θα με σκοτώσει αυτή να το ξέρετε. Και κοιτάζονται. Νομίζουν πως τα έχω χαμένα. Κι εκείνη το νομίζει κι εσύ το νομίζεις, μη νομίζεις πως δεν το ξέρω. Το νοιώθω που με κοιτάς περίεργα. Να με πάρεις, Θέ μου, να με πάρεις. Τώρα να με πάρεις. Τι να το κάνω που ζω, όταν εσείς δε με πιστεύετε, ε; Τι είναι ο άνθρωπος, όταν δεν τον πιστεύουν, ε; Πέτρα είναι. Πέτρα. Έπαψα πια να λέω. Τρελή με ανεβάζετε, τρελή με κατεβάζετε κι άλλο δεν αντέχω. Πονάω, της λέω, πες στη νοσοκόμα να μου δώσει κάτι να φύγει ο πόνος, δεν πονάς, απαντάει και γυρίζει από την άλλη. Διψώ, της λέω, διψώ, δε διψάς, απαντάει. Ανέβασέ μου λίγο το μαξιλάρι, πιάστηκα, στράβωσε η πλάτη μου, μια χαρά είναι το μαξιλάρι στη θέση του, απαντάει, τ’ αφήνει εκεί. Πέτρα το μαξιλάρι στην πλάτη μου. Πέτρα κι εγώ. Στην πλάτη τους. Κουράστηκα να με κουβαλάνε. Κουράστηκα να τις κουράζω. Τις άκουσα που μίλαγαν με τους γιατρούς το πρωί. Έκανα πως κοιμόμουν. Ξανακύλησε, είπαν. Κλαίγανε. Εγώ μιλιά. Για άλλη μάνα κλαίγανε, όχι για μένα. Γι’ αυτό που ήμουν κλαίγανε. Όχι για την πέτρα. Τις πέτρες δεν τις κλαίνε. Παρακαλάνε μόνο. Να κυλήσουν.

Πίνακας: Francisco José de Goya y Lucientes, Χρόνος

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Εκ της αστυνομίας



Δεν επιτρέπεται, κυρία μου, την πλησίασε με την πρέπουσα ευγένεια ο υπάλληλος και, με την πρέπουσα ένταση στη φωνή, της υπέδειξε με την πρέπουσα κίνηση την πινακίδα που δέσποζε στον τοίχο. Για τους άλλους δέσποζε, γιατί εμείς ούτε που την είχαμε προσέξει ως τότε. Δεν επιτρέπεται, Αντιγόνη μου, εκ της αστυνομίας, της διάβασα και σταμάτησα μαλακά την κίνησή της, υπακούοντας στην εξ απαλών ονύχων συνήθειά μου να υπακούω. Εκ της αστυνομίας; Εκ της αστυνομίας; Άστραψε και βρόντησε κι ορμώντας άνοιξε το καπάκι πριν ο είμαστε εδώ για να σας προστατέψουμε από τη θλίψη σας υπάλληλος την προλάβει. Πρόβαλε η μάνα, ένα μικρό-μικρό ανθρωπάκι άσπρο, κάτασπρο, με τα χέρια ήσυχα σταυρωμένα στο στήθος, πρόβαλε η μάνα, σκέτη Ανθούλα πια κι όχι η Ντουρανθούλαινα που ήξερα, μάνα μου, φώναξε η Αντιγόνη, μάνα μου, τι δουλειά έχει με σένα η αστυνομία μάνα μου, τι δουλειά έχει με τους δικούς μας ανθρώπους η αστυνομία, με κάρφωσε με το βλέμμα της, τι ξέρει για σένα η αστυνομία, τι ξέρει, έπιασε το θρήνο η Αντιγόνη και χάιδευε και φιλούσε κι άγγιζε αχόρταγα ό,τι είχε απομείνει από τη μάνα μας τη Ντουρανθούλαινα, πώς να σε διώξω μου ζητάνε, έτσι σαν ξένη, μάνα μου, πώς; Φιλούσε και ξαναφιλούσε το υγραμένο κάτασπρο δέρμα και της μιλούσε και της διηγούνταν και της μιλούσε και τη φιλούσε και της διηγούνταν κι εγώ στεκόμουν παραδίπλα, παραδίπλα στεκόμουν, όσο τα απρεπή εκ της αστυνομίας πρέποντα η Αντιγόνη στη μάνα μας έπραττε, υπακούοντας στην εξ απαλών ονύχων συνήθειά μου να υπακούω.

Πίνακας: Έκτωρ Δούκας, Μάνα Με Δυο Παιδιά, λάδι σε μουσαμά.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007

Βυθός


Κοχύλια άλλα σε τούτο το βυθό δεν έχει. Βουτώ και τα μαζεύω, όσο λείπεις. Ένα για κάθε μέρα, ως να φανείς. Κι άλλα κοχύλια σε τούτο το βυθό δεν έχει. Μα εσύ μη μου αγχώνεσαι, τ’ ακούς; Στο κάτω-κάτω υπάρχει κι άλλη παραλία εδώ δίπλα. Κι ύστερα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Εσύ μονάχα ήρεμος να είσαι. Κι αν τίποτα οικολόγοι σε ρωτήσουν πώς το επέτρεψες το έγκλημα αυτό, εσύ και πάλι να μην αγχωθείς. Τίποτα, πες, δεν έπαθε ο βυθός σας. Μετακόμισε απλώς. Και δώσ’ τους τη διεύθυνσή μου. Να ‘ρθουνε με τα μάτια τους να δούνε το βυθό.

Πίνακας: Κανακάκις Λευτέρης, Κοχύλι και μάσκα, ελαιογραφία

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Παίξε μπάλα - Η μάνα


Το ήξερα. Από τη στιγμή που διάβασα την εφημερίδα που μου πέταξε φτάνοντας στο σπίτι, το ήξερα. Στο επόμενο παιχνίδι καλός δε θα ‘ταν. Στο βλέμμα του το είδα. Ευτυχισμένο βλέμμα αυτό δεν ήταν, όχι. Σκιαγμένο ήταν. Αμ’ τα μεταξωτά βρακιά, Ευτέρπη μου…Κι εκείνος επιδέξιος ποτέ δεν ήταν. Από μικρός έτσι. Μ’ έπρηζε και τον έπρηζα. Δωμάτιο είναι αυτό που έχεις; Αχούρι είναι. Κι όλο φώναζα. Κι έμπαινα ξάφνου κι αντίκριζα το δωμάτιό του τακτοποιημένο στην εντέλεια, καλύτερο από κορίτσι σου λέω. Μπράβο, αντράκι μου, τον φιλούσα, έτσι καλό μου, δεν είναι καλύτερα έτσι; Κοίτα τι όμορφα που το ‘φτιαξες και με ξεκούρασες κι εμένα. Είδες όταν θέλεις; Μεγάλη χαρά μου ‘δωσες, του έλεγα, συνέχισε έτσι. Ε, αν έβλεπες εσύ συνέχεια, Ευτέρπη μου, έβλεπα κι εγώ, ανάθεμα την ώρα που το άνοιγα κάθε φορά το ρημάδι το στόμα μου να τον παινεύω. Λες κι έχανε τα νερά του. Την άλλη μέρα βομβαρδισμένο το δωμάτιο. Και στο σχολείο έτσι. Μια του ύψους, μια του βάθους. Εκεί που τον έβρισκες, εκεί τον έχανες. Κι ύστερα σου λέει ο καλός ο λόγος. Εγώ τον έμαθα πια και τον κουμαντάρω. Δε μιλώ, κάνω πως δεν πρόσεξα. Αν θες κάν' το, αν θες μην το κάνεις. Έτσι κυλά η ζωή μας. Αλλά τούτοι; Που περιμένανε το πρωτάθλημα, τρομάρα τους; Προκάμανε με τους τίτλους. Τώρα θα μου πεις, αν το παιδί έκανε κάτι καλό να του το λέμε, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι αλλά για τους άλλους. Όχι για το γιόκα μου. Χάνει τα νερά του. Και τώρα να. Του πεθαμού κυκλοφορεί. Τον βλέπω να τον σουτάρουν πάλι. Αχ, Ευτέρπη μου. Κάθε σπίτι και τ’ αγκάθι του. Και τ’ αγκάθι του...

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Η Μάνα

Παίξε μπάλα - Ο οπαδός


Περίεργο τραίνο σου λέω, περίεργο. Άλλοι ανθίζουν με την αναγνώριση, αυτός μαραίνεται. Σα να χάνει τη μπάλα, ρε παιδί μου, σα να χάνει την ισορροπία του. Η καλή κουβέντα τον αποσυντονίζει. Ρε, δε θυμάσαι τις τρίπλες του στον ημιτελικό; Παιχταράς όχι αστεία. Πέντε άδειασε στο διάβα του και τελικά την κάρφωσε ο πούστης. Αστέρι μεγάλο. Όλο το γήπεδο στο πόδι. Την ώρα που αλλάζαμε, σ’ ευχαριστώ Κώστα, του χτύπησε την πλάτη ο μεγάλος, το ήθελα αυτό το παιχνίδι, μετά από αυτό δε με νοιάζει τίποτα πια. Εκείνος δε μίλησε. Κατέβασε τα μάτια. Ε, αυτό ήταν. Τον χάσαμε. Τον ξανάδες να παίζει από τότε; Σέρνεται στο γήπεδο. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, τίποτα. Τον ρωτάς κι απάντηση δεν παίρνεις. Μωρέ εγώ ξέρω τι φταίει. Παρατηρημένο το ‘χω. Μπινελίκια θέλει για να τριπλάρει. Μπινελίκια. Όσο τον χειροκροτάς τον χάνεις. Όσο του γαμάς τη μάνα, την αδερφή κι όλο του το σόι, έρχεται στα ίσα του. Ακούς; Ακούω να λες.

Πίνακας: Γιάνναρης Σπυρίδων, Κεφάλι Νέου Άνδρα

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2007

Παίξε μπάλα



Παίξε μπάλα, φώναζαν, παίξε μπάλα, όλο το γήπεδο στο πόδι κι έφταναν οι ιαχές τους σ’ εκείνον και γίνονταν καρφιά και κάρφωναν τα πόδια του στο γρασίδι, θηλιές γίνονταν και τον έσφιγγαν και πια τις περιβόητες τρίπλες του δεν μπορούσε να εκτελέσει ο μέγας μπαλαδόρος, το αστέρι της χρονιάς. Θριαμβικές οι κριτικές στις εφημερίδες μετά τον τελευταίο αγώνα και κείνο το βλέμμα του μεγάλου…Σ’ ευχαριστώ παιδί μου, σ’ ευχαριστώ, του είπε. Και τώρα το ένοιωθε το βλέμμα του, μέσα στις χιλιάδες το ξεχώριζε, κι ήξερε πως τον απογοήτευε και πως θα τον έβριζε μέσα απ’ τα δόντια του κι αυτόν και το ευχαριστώ που βιάστηκε να ξεστομίσει. Το ένοιωθε το βλέμμα του κι άλλο δεν ήθελε παρά να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο ένα κλικ πίσω απ’ το ευχαριστώ, ένα κλικ πίσω από τους μεγάλους τίτλους, τα χτυπήματα επιδοκιμασίας στην πλάτη και τα μπράβο. Ένα κλικ πίσω και τώρα θα αλώνιζε λεύτερος στο γήπεδο. Αυτός και η μπάλα. Μονάχοι τους. Χωρίς εκείνο το παίξε. Χωρίς το παίξε. Τον βάραινε τούτη η προστακτική της προσδοκίας, αν ήξεραν πόσο τον βάραινε…
Έφτυσε και σούταρε γνωρίζοντας καλά, εκ των προτέρων γνωρίζοντας, πως δίχτυα η μπάλα του γι' άλλη μια φορά δε θ’ άγγιζε.

Πίνακας: Football players, Henri Rousseau, 1908

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Ψιχάλες



Χτυπούσε η βροχή την παλιά κουζινούλα με τον τσίγκο. Ένας μικρός νεροχύτης, δίπλα μια γκαζιέρα, παραδίπλα το τραπέζι, τραχανάς αχνιστός, ο θείος ο Γιώργος ο ψηλός, ο πατέρας και η λεμονιά η μωρή, η κοντούλα. Ξαναπές το μου, χωνόμουν στην αγκαλιά του, ξαναπές το μου. Και το τραγουδούσε πάλι και πάλι και έξω έκανε κρύο μα μέσα ήταν ζεστά και η βροχή χτυπούσε τον τσίγκο και παράξενο πράγμα, μα, όποτε βρέχει, όποτε βρέχει και κάνει κρύο μέσα κι έξω, άλλο δε θέλω παρά να χωθώ στην παλιά κουζινούλα με τον τσίγκο που τη χτυπούσε η βροχή.

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Η Ομπρέλα, αυγοτέμπερα σε ξύλο

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2007

Παιδιά



Θα κρυφτώ, είπα, κανείς να μη με βρίσκει. Και κρύφτηκα. Επιτυχώς. Τόσο επιτυχώς, που άρχισα να μη με βρίσκω ούτε κι εγώ. Παίδεμα ώρες-ώρες αυτές οι παιδιές. Ακόμη και οι νίκες τους παίζουν κρυφτό με τις ήττες.

Πίνακας: Ζαχαριουδάκης Μανώλης.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

-2007



Με τι μέτρο μετριέται το αργά; Με τα λόγια που δεν είπα, όταν έπρεπε. Με το χάδι που δεν έδωσα, όταν έπρεπε. Με το συγγνώμη που δε ζήτησα, όταν έπρεπε. Μ’ αυτό το βάσανο μετριέται το αργά.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Το Πρόσφορο.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2007

Πήγαινε



Έτσι να μ’ αγαπάς θέλω, με το πήγαινε της μάνας και το κρυφοσταύρωμα στο παραθύρι ευχή της. Πήγαινε να μου λες, πήγαινε κι εδώ είμαι εγώ. Και να προκόψεις όπου κι αν πας, να μου λες, και μη σε νοιάζει, να μου λες. Γιατί εδώ είμαι εγώ. Έτσι να μ’ αγαπάς θέλω. Έτσι. Κι εγώ δε θα πηγαίνω πουθενά. Στ’ ορκίζομαι, στ’ ορκίζομαι, πουθενά δε θα πηγαίνω. Πουθενά. Γιατί όλα στη ζωή όσα ζήτησα, σπάταλα μου τα πρόσφερες μ’ αυτό το πήγαινε στη φούχτα σου απλωμένο.

Πίνακας: Σαρελάκου Ρουμπίνα, Άτιτλο.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

-2007



Μας την έφερες, εντάξει, δικαιούσαι να είσαι ξεκαρδισμένος στα γέλια τώρα. Αλλά δεν είσαι, ε; Πάω στοίχημα πως κλαις, γιατί μας βλέπεις που κλαίμε. Τέτοιος ήσουν μια ζωή. Με το παραμικρό έκλαιγες. Για μια λέξη στη σωστή τη θέση και μια πινελιά στη λάθος, έκλαιγες. Σε παίρναν είδηση ο κόσμος και σε δούλευαν. Πονάω εδώ, σου λέγαν, κι εσύ έκλαιγες. Μου λείπει αυτό, σου λέγαν, κι εσύ έκλαιγες. Είμαι χαρούμενος, σου λέγαν, κι εσύ έκλαιγες. Δεν αξίζει, ρε συ, να κλαις. Μην κλάψεις άλλο. Δεν αξίζει. Δεν κλαίμε για σένα. Για την πλάκα που μας έκανες, κλαίμε. Γιατί βλέπεις την πιστέψαμε. Λέμε, ξέφυγε αυτός, άρα θα ξεφύγουμε κι εμείς. Τον εαυτούλη μας κλαίμε. Κανέναν άλλον. Γιατί δεν ξέφυγες. Και δεν κι εμείς. Που το πιστέψαμε, κλαίμε. Και που την πατήσαμε που το πιστέψαμε, κλαίμε. Και που θα μας ξεχάσουν, όπως θα σε ξεχάσουμε, άμα τη απομακρύνσει, κλαίμε. Τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα. Άμα τη απομακρύνσει.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Καντήλι, λάδι σε χαρτί

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Έτσι που λες, Μαρία



Το τσιμπηματάκι το ένοιωσα, Μαρία μου. Αν θες να σου πω ψέματα για να μη σε στεναχωρήσω, να σου πω, αλλά αλήθεια το ένοιωσα. Αυτό το κροκοδειλάκι στο λευκό μπλουζάκι σου πάνω, τότε στην πρώτη μας συνάντηση, σαν λίγο απειλητικό να μου φάνηκε, σα να μη μου κάθισε καλά. Τον καιρό εκείνο, εκείνα τα κροκοδειλάκια πάνω στα μπλουζάκια ήταν περίεργα πράγματα. Ξένιζαν. Ανορθογραφία να το πω, λεκέ να το πω, πάντως δε μου κάθισε καλά. Απειλητικό μου φάνηκε. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, εσύ μιλούσες δηλαδή, εγώ άκουγα και δε χόρταινα και κοίταζα και δε χόρταινα, σαν ψέματα μου φαινόταν που ήσουν εκεί δίπλα μου και μιλούσες με κείνη τη φωνή σου που με μάγευε. Κοίταζα και δε χόρταινα τα σκούρα σου μάτια και το γλυκό σου πρόσωπο και τη μαύρη την παχιά σου την κοτσίδα, αλλά το βλέμμα μου, όλο και ξεστράτιζε κατά το κροκοδειλάκι το απειλητικό κι άλλο δεν έκανα κάθε τρεις και λίγο, από το να τσακώνομαι μ’ αυτό το βλέμμα μου που ξεστράτιζε. Το μάλωνα και το επανέφερα στην τάξη. Δηλαδή σε σένα. Όλη. Σε σένα που ξεχείλιζες νιότη κι ομορφιά και αποφασιστικότητα και στα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου και σε όσα όμορφα υπόσχονταν τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου. Κι όσο τα άκουγα αυτά τα λόγια, τόσο μάλωνα και με το τσιμπηματάκι της καρδιάς μου και το επανέφερα στην τάξη. Δηλαδή στη τζην σου τη φούστα. Άσε το κροκοδειλάκι, του έλεγα, δες τη τζην τη φούστα, ό,τι πρέπει για την περίσταση, δες τα άσπρα πάνινα παπούτσια, ό,τι πρέπει για την περίσταση, όλοι μας τζην φοράμε και πάνινα παπούτσια. Κι ο Γιώργος ο οικοδόμος και ο Ιδομενέας ο αγρότης και η Ελένη η φοιτήτρια. Όλα ταιριαστά με τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια, όλα ταιριαστά, τι ανησυχείς; Για ένα παλιοκροκοδειλάκι αμελητέου μεγέθους, ανησυχείς; Τέτοια έλεγα στο τσιμπηματάκι και το εξαφάνιζα, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που το εξαφάνιζα, Μαρία μου. Ανάθεμα την ώρα. Γιατί μεγάλωσε το κροκοδειλάκι και σε κατασπάραξε. Ολόκληρη. Κι ήρθες κι έγινες μισή απ’ όσο ήσουν τότε-δε στο είπα προηγουμένως να μη σε συγχύσω, αλλά τάχες τα παχάκια σου, τσίτωνε στις περιφέρειες η φούστα-και πάει και η κοτσίδα σου η όμορφη, κρίθηκε στην πορεία παρωχημένη και πάει και το τζηνάκι, κρίθηκε στην πορεία παρασυνηθισμένο, και πάει και ο Γιώργος ο εργάτης και ο Ιδομενέας ο αγρότης και η Ελένη η φοιτήτρια, κρίθηκαν στην πορεία παραλίγοι. Μόνο τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια τη γλυτώσανε, Μαρία μου, μόνο τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια τη γλυτώσανε, φτερά είχαν φαίνεται τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου και μπορείς και συνεχίζεις να τα ξεστομίζεις αδιάντροπα, δώθε-κείθε. Πολύ δώθε και πολύ κείθε. Και κάθε φορά που σε ακούω να τα ξεστομίζεις, δώθε-κείθε τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου, Μαρία μου, δεν το μαλώνω πια το τσιμπηματάκι. Έμαθα. Τα τσιμπηματάκια της καρδιάς μας δεν πρέπει να τα μαλώνουμε ποτέ. Ποτέ. Να τα προσέχουμε πρέπει. Να τα υπολογίζουμε πρέπει. Να τα αφήνουμε να βροντοφωνάζουν:
"Εδώ τσιμπηματάκι. Εδώ τσιμπηματάκι."

Raphael Lacoste, Wreck of Esperance (detail).
3D computer graphics illustration. Inspired by the work of Gaspard-David Friedrich.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

Φως



Και ξαφνικά, εκεί που φαίνονται όλα μαύρα, μαύρα, κάπου από το πουθενά, ένα φως στο σκοτάδι. Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα. Ένα φως από το πουθενά. Κι αρχίζεις πάλι να ανασαίνεις. Διστακτικά, αλλά ανασαίνεις. Και δε σε νοιάζει πια το φως από πού έρχεται. Δεν το ψάχνεις. Είσαι ευγνώμων που έρχεται. Η ζωή βρίσκει δρόμους, σκέφτεσαι. Η ζωή βρίσκει δρόμους. Και προχωράς.

Πίνακας: Αναστασία Κροκίδη, Τρέχοντας

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2007

Ευθανασία



Με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, μόνες μου σκέψεις το φαγητό το μεσημέρι, μπάμιες καλύτερα ή φακές κι ένα κρεβάτι για το βράδυ. Μήτε ζερβά μήτε δεξιά κοιτώντας και να ‘ναι οι δρόμοι σπλαχνικοί, να με πηγαίνουν ίσια σπίτι. Άγνωστη ανάμεσα σ’ αγνώστους κι ούτε κανείς να με ρωτά τι κάνεις και πώς πας και πώς τη μέρα σου περνάς. Με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, μ’ όλη τη μνήμη μου σβησμένη, μ’ όλα τα αν και τα γιατί χαμένα, τυφλή, μουγκή και αποφασισμένη να σπρώχνω τον καιρό μου να περάσει, γιατί το θάρρος να περάσω εγώ, ποτέ δεν είχα. Κι αν επιμένουν να ρωτούν με ένα ε και, να απαντάω. Αυτό το μόνο λεξιλόγιό μου να ‘ναι. Με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, έτσι κι αλλιώς κοντά το τέλος είναι, δε θέλω υποχρεώσεις σε αγνώστους, μήτε τη λύτρωση ζητώ από κανέναν, με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, αυτό ονομάζω εγώ ευθανασία.

Σπάραγμα πορτραίτου γυναίκας, Τέμπερα σε ξύλο από φτελιά, Βρετανικό Μουσείο, Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2007

Τέχνη



Προχωρούσε στη φωτιά και προχωρούσε, μπήκε μέσα στη φωτιά και προχωρούσε κι αγκαλιάστηκε με φλόγες που τη γλείφαν και τη γλύφαν και τη γλείφαν και τη γλύφαν, ώσπου εξαίρετο γλυπτό την παραδώσαν, κόκαλο μαύρο. Ούτ’ ένα δράμι λίπος περιττό. Τι σημαίνει είπαμε κατατηξίτεχνος;

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

Πανσέληνος ξανά



Αδίκως τρόμαξα. Δεν έχει πανσέληνο απόψε. Λάθος έκαναν. Μα γιατί τόση επιπολαιότης στην ενημέρωση του κοινού; Ας είναι. Θα κοιμηθώ ήρεμα κι αυτή τη νύχτα. Δεν είναι κανείς να με σκοτώσει.

Πίνακας: Γιάννης Σταύρου, Πανσέληνος

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Θησέας



Μ’ έναν πρέπει βράχο φορτωμένο στους ώμους γεννήθηκα. Όλο έπρεπε, εγώ, όλο έπρεπε. Στη σκιά αυτού του βράχου μεγάλωσα. Κι ο πατέρας; Ποιος πατέρας; Θα σε γελάσω. Αβέβαιης πατρότητας, λέει. Μπορεί θνητός, μπορεί αθάνατος, ρωτούσα τη μάνα μου, τίποτα. Όταν σε γνώρισα, πάντως, επισήμως είχα πατέρα. Λίγο διαφορετικό από τους άλλους πατεράδες είναι αλήθεια. Άλλοι κερνάνε τη γειτονιά, όταν γεννιούνται οι γιοι τους, ο δικός μου, όχι. Την είχε κοπανήσει τη μέρα που μ’ έσπειρε κι άφησε τη μάνα να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Της γειτονιάς. Αν γεννήσεις στο μεταξύ, της είπε, κι αν είναι αγόρι το παιδί, της είπε, να μείνει μεταξύ μας το παιδί, της είπε, κι αν στο μεταξύ μεγαλώνοντας γίνει άξιο το παιδί να είναι γιος μου, της είπε, τότε να έρθει να με βρει, της είπε. Αν σηκώσει το βράχο, στο μεταξύ. Κι αν βρει το σπαθί μου, στο μεταξύ. Κι αν το δρόμο το δύσκολο διαβεί, στο μεταξύ. Κι αν επιβιώσει, στο μεταξύ. Πολλά αν και μεταξύ δε νομίζεις; Κι ωστόσο έτσι μεγάλωσα. Αν μεγάλωσα. Μεταξύ. Δύσκολο πολύ να είσαι μεταξύ. Ενός. Γιατί χρειάζονται δύο για να είσαι μεταξύ κι ο άλλος δεν υπήρχε. Και πάλευα να γίνω άξιος. Για να έχω πατέρα. Αν ήμουν άξιος στο μεταξύ. Σωστά το έκανα αυτό, πατέρα; Θα σου άρεσε, πατέρα; Δυναμώνω, δεν είναι έτσι, πατέρα; Θα με αναγνωρίσεις όταν με δεις, πατέρα; Πήρα το δρόμο να σε βρω, πατέρα. Καλά δεν έκανα και σκότωσα στο μεταξύ, πατέρα; Θα με περιμένεις στο μεταξύ, πατέρα; Κάπως έτσι με τον αγνώριστο συνομιλούσα τις νύχτες για αναγνώριση. Θα σκότωνα για αναγνώριση. Και σκότωσα. Πολλές φορές. Για ένα «παιδί μου» και δυο χέρια τραχιά να μ’ αγκαλιάζουν. Κι ακόμη ευχαριστημένος δεν ήταν. Έπρεπε να ξανασκοτώσω. Κάπως έτσι ήρθα σε σένα. Για να σκοτώσω ήρθα. Ακόμη εξετάσεις για αναγνώριση έδινα. Και στο μεταξύ σε γνώρισα. Και σ’ αγάπησα. Χωρίς μεταξύ. Σ’ αγάπησα. Χωρίς όρια. Την αναγνώρισα εγώ την αγάπη, δε δυσκολεύτηκα. Αυτή είναι, είπα. Χωρίς εξετάσεις. Και μ’ αγάπησες κι εσύ, είπες. Έτσι είπες. Αλλά δεν την πρόσφερες όπως-όπως την αγάπη σου. Αν μ’ αγαπάς, παντρέψου με, είπες. Κι αν με παντρευτείς, εγώ θα σε σώσω. Κι επέμενες. Κι ας ήξερες εσύ που πολύ μ’ αγαπούσες, πως θα πέθαινα εκεί μέσα χωρίς τη βοήθειά σου. Στροφές ανάποδες πήρε το μυαλό μου τότε, μα δεν το έδειξα. Έπρεπε να σωθώ. Για να ξεμπερδεύω. Ορκίστηκα να ξεμπερδέψω μια για πάντα. Από τις εξετάσεις. Είσαι τυχερή, Αριάδνη, που σ’ αγάπησα πολύ, είσαι τυχερή. Γιατί, έτσι όπως φρόντισα να κοπώ στις εξετάσεις, εσύ τη γλύτωσες με μια εγκατάλειψη, μονάχα. Μικρό το κακό. Ο άλλος, ο πατέρας, που περίμενε το γιόκα του νικητή, δε γλύτωσε. Γιατί στο μεταξύ, «ξέχασα» να αλλάξω τα πανιά. Της αναγνώρισης.

Στη φωτογραφία, παράσταση από κύλικα, 490-480 π.Χ. Ο Θησέας εγκαταλείπει την κοιμισμένη Αριάδνη στο νησί της Νάξου, ενώ ο Ερμής παρακολουθεί.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Διόνυσος





Φταίω. Ότι φταίω, φταίω. Το πήρε είδηση και με καταράστηκε. Μα δε βαρυγκώμησα ποτέ που κείτομαι τ’ ανάσκελα εδώ. Κοτζάμ άντρας 10,50 μέτρα. Ανάσκελα κολλημένος στο χώμα. Καταδικασμένος σε αιώνια ακινησία. Να με χαστουκίζουν οι βροχές και να με κουτσουλάνε τα πουλιά. Γιατί; Γιατί αγάπησα. Εγκλημάτησα από αγάπη. Προσπάθησα να την κρατήσω κοντά μου, μ’ όποιον τρόπο μπορούσα, χωρίς να υπολογίζω τα θέλω της. Τη διεκδίκησα, ναι. Φυσικό δεν ήταν; Σιγά να μην την άφηνα στο φλούφλη. Τη χρησιμοποίησε και την πέταξε. Γελάω, όποτε τον θυμάμαι. Έτρεμε σαν εμφανίστηκα μπροστά του, ο γενναίος. Λόγια πολλά και πράξεις μηδέν. Αν δεν ήταν εκείνη, δε θα ήταν αυτός που έγινε. Ο «ήρωας». Κι αν δεν ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος, κάτι άλλο, που θα τον φόβιζε. Με την πρώτη ευκαιρία θα την πρόδιδε. Να με ευγνωμονεί πρέπει ο αχρείος. Τουλάχιστον, έχει να δικαιολογείται πως δεν μπορούσε σε θεό ν’ αντισταθεί. Τρίχες. Έτσι είναι οι αγάπες, ρε; Έτσι; Την κάνουμε στην πρώτη δυσκολία; Ποτέ δεν της τα είπα όλα αυτά. Την άφησα να με καταριέται. Έσκυψα το κεφάλι, άτολμο παιδί μπροστά της, και την άφησα να με καταριέται. Καλύτερα, καλύτερα να καταριέται εμένα, παρά να νοιώσει πως την πέταξε. Πως δεν την αγάπησε ποτέ. Αυτό, όχι. Αυτό δε θα το άντεχε. Μην κοιτάς, εγώ αντέχω. Μάρμαρο εγώ. Τι θεός θα ‘μουν; Αντέχω. Άντεξα το βλέμμα της που ξεστράτιζε από πάνω μου, δεν υπήρχα ώρες-ώρες γι’ αυτήν, δεν υπήρχα. Άντεξα που έφευγε τις νύχτες από την αγκαλιά μου, στεκόταν στο παραθύρι κι αγνάντευε τη μαύρη θάλασσα. Άντεξα. Μια κουβέντα είναι αυτό, δηλαδή. Θυμάμαι την έκπληξη τους σα με σκαλίζαν τότε. Δεν πίστευαν στα μάτια τους που ράγισα έτσι. Με παράτησαν στο νταμάρι. Δε γινόταν τίποτα, λέει, με μένα. Να σταθώ στα πόδια μου, δεν υπήρχε ελπίδα. Εγώ ο ανθεκτικός. Ραγισματιές γέμισα. Ραγισματιές. Ρωγματώσεις τις λένε οι σημερινοί τις ραγισματιές, το ήξερες; Ήρθανε από πάνω και με ψάχνανε, με βάλανε στο μικροσκόπιο, οι επιστήμονες. Δεν πα να τις λένε όπως θέλουν. Τι ξέρουν αυτοί; Εγώ αγάπη τις λέω. Είναι η αγάπη που ραγίζει τις πέτρες. Φύγε τώρα από πάνω μου. Σκοτείνιασε. Θέλω να μείνω μόνος μαζί της. Σου το είπα. Δε βαρυγκώμησα ποτέ που κείτομαι τ’ ανάσκελα. Γιατί μπορώ να τη βλέπω. Έστω κι έτσι. Να τη, πρόβαλε πάλι. Τη βλέπεις; Εκεί, εκεί ψηλά. Αυτό το στεφάνι φόρεσε στα χρυσά της τα μαλλιά σαν παντρευτήκαμε. Εγώ της το χάρισα. Ρώτα να σου πουν γι’ αυτήν. Corona Borealis, έτσι την ξέρουν.

* Στη φωτογραφία, ο Κούρος της Νάξου, ο που δεν τέλειωσε ποτέ. Λένε πως είναι ο Διόνυσος ή ο Απόλλωνας. Με βόλεψε ο Διόνυσος. Ζητώ συγγνώμη από τον Απόλλωνα.

** Τώρα που το ξαναδιαβάζω, μου φαίνεται πιότερο ταιριαστό να ζητήσω συγγνώμη από το Διόνυσο. Τον Απόλλωνα δεν τον κακοποίησα. Ακόμη.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2007

Αριάγνη



Σ’ αγάπησα πολύ εκεί κάτω. Πρόδωσα για χάρη σου, το ξέρεις. Κι εσύ με παράτησες. Θύμωσα πολύ μαζί σου, τότε. Πολύ. Σε σκέφτομαι, κάπου-κάπου. Κάπου-κάπου, όχι πολύ. Κάπου-κάπου. Είμαι με κάποιον που μ’ αγαπάει τώρα. Κι αν θες να ξέρεις, έχει δύναμη μεγάλη. Τον λατρεύουν. Εγώ; Αν τον λατρεύω εγώ, ρωτάς; Του χρωστάω πολλά. Ζω ήσυχα. Ήσυχα ζω. Είναι τάχα λίγο αυτό; Κι εσύ; Εσύ, μια και το ‘φερε η κουβέντα, πώς ζεις; Ξέρεις, όταν κάπου-κάπου σε σκέφτομαι, κάπου-κάπου, όχι συνέχεια, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ τι έφταιξε, καταλαβαίνεις φαντάζομαι, οποιαδήποτε στη θέση μου θα αναρωτιόταν. Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ. Όχι ότι σ’ αγαπώ ακόμη, μην πάει εκεί το μυαλό σου, έτσι από περιέργεια ρωτώ. Λοιπόν, ακούω. Μεταξύ μας είμαστε, εξάλλου. Κι έχει περάσει τόσος καιρός. Κι όπως σου είπα ήδη, ζω ήσυχα τώρα. Ήσυχα ζω. Ήμουν πια δεδομένη, λες; Αυτό να ‘φταιξε; Το σκέφτομαι κάπου-κάπου αυτό. Κάπου-κάπου. Είχες τα δίκια σου. Δε σου επέτρεψα να σου λείψω. Ήμουν πάντα εκεί. Κουραστικό αυτό το πάντα εκεί, δε συμφωνείς; Δε σου επέτρεψα να σου λείψω. Εδώ που τα λέμε κι εγώ δε θα το άντεχα αυτό το πάντα εκεί. Να υποθέσω ότι ερωτεύτηκες άλλη; Θα ‘ταν μια καλή δικαιολογία αυτό. Δε βοηθάνε όμως οι πηγές. Δε λένε κάτι τέτοιο. Έτσι ξαφνικά μ’ εγκατέλειψες, λένε. Να υποθέσω ότι φταίει αυτή η κλωστή; Τι σε βοήθησε αυτή η κλωστή να βρεις; Το δρόμο θα πεις. Ναι, αυτό το λένε κι οι πηγές. Το δρόμο. Αλλά ποιο δρόμο; Για έξω; Για μέσα; Αυτό δεν το λένε οι πηγές. Θέλω να πω, ναι, βγήκες έξω. Αλλά από ποιο λαβύρινθο; Από ποιο λαβύρινθο; Κι έφυγες μακριά. Φύγαμε μακριά. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, όχι, όχι περισσότερο, κάπου-κάπου, κάπου-κάπου, λέω μήπως αυτό έφταιξε. Αυτός ο πληθυντικός. Το φύγαμε μακριά. Γιατί αν είναι έτσι, αν, λέω είναι έτσι, τότε μόνο εγώ έφυγα μακριά. Εσύ δεν έφυγες. Γιατί κουβαλούσες κι εμένα μαζί σου. Κι εγώ ήμουν κομμάτι αυτού του λαβυρίνθου. Πόσο ελεύθερος μπορείς να νοιώσεις κουβαλώντας ένα τέτοιο κομμάτι μαζί σου; Πόσο «έφυγες»; Πόσο μια νέα αρχή μπορείς να κάνεις, όταν κάποιος σε ξέρει καλά; Όταν εκείνον να τον ξεγελάσεις δεν μπορείς; Όταν για εκείνον είσαι επίσης δεδομένος; Όταν σε ξέρει σαν κάλπικη δεκάρα; Ίσως ήταν καλύτερα, ίσως ήταν καλύτερα, λέω, καλύτερα που έφυγες μόνος τελικά. Πώς θα χωρούσα στη νέα σου ζωή; Δεν ταίριαζα με το σχέδιο σου της αναγέννησης. Δεν ταίριαζα. Τώρα βέβαια τι σημασία έχουν όλα αυτά τώρα πια θα πεις. Έλα, μη μελαγχολείς. Δεν αντέχω να μελαγχολείς. Καμία. Καμία δεν έχουν. Κουβέντα να γίνεται. Κουβέντα να γίνεται. Ε, όπως και να το κάνεις, και τις χαζοκουβέντες τις έχουν ανάγκη οι άνθρωποι κάπου-κάπου. Κάπου- κάπου.

Φωτογραφία: Γιαννούλης Χαλεπάς, Κεφάλι Αριάδνης

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2007

Αμήχανον




Το ξέρω πως δεν πρόκειται ποτέ να φύγω από δω. Κλείσανε οι δρόμοι με κυκλώσανε, στη μέση εγώ Μανώλης και γύρω-γύρω οι δρόμοι. Κι όλο κάποιος το τραβάει το σκαμνί κι όλο χάνω και ξανακάθομαι σ’ αυτό και πάν οι δρόμοι και το φτού ξελευτερία. Μόνο το δεν περνάς έμεινε. Το δεν περνάς κυρά-Μαρία. Κι ύστερα σου λέει μεγαλώσαμε.

Πίνακας: Καίτη Μαυρομμάτη, Γυναίκα Σε Μπαλκόνι.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

Μόνο και μόνο γιατί μ' αρέσει να το ακούω...



- Σκουτελοβαρίχνω σου!

- Αντιστέκομαί σου!

Ο πίνακας του Γιάννη Μόραλη

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007

Γεωγραφίες



Εκείνη η σκάλα, σου έλεγα, εκείνη η σκάλα, την ανέβαινα με την καρδιά σφιγμένη, άλλο δε θυμάμαι από κείνη τη σκάλα στο σπίτι του Καβάφη, ένα είμαι εδώ, είμαι εδώ, και σκόνταψα θυμάμαι κι ένοιωσα τρόμο που ασέβησα σκοντάφτοντας κι ύστερα που ανέβηκα και σταμάτησε ο χρόνος, θολά όλα, όχι, δεν ήταν σκονισμένα τα έπιπλα, σου έλεγα. Πού; Στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, απαντούσα. Ναι, αλλά πού, σε ποια οδό; Δεν ήξερα να πω, δεν το θυμόμουν, μόνο τον κόμπο στο στομάχι ήξερα, μα εσύ επέμενες. Kαι κάπως έτσι έπαψα να μιλώ για Αλεξάνδρεια. Κι άλλοτε πάλι, μύριζε το ποτάμι, σου έλεγα, μια βαριά γλυκερή μυρωδιά μύριζε, ανθούς και θυμιατά και κρέας ψημένο και σαπούνι και κόσμος πολύς στο θολό ποτάμι, από δω να καίνε νεκρούς κι από κει να πλατσουρίζουν παιδιά στο μαύρο το νερό, από δω να ξυρίζουν το κεφάλι τους οι γιοι των πεθαμένων κι από κει οι ζωντανοί να πλένουν τα πολύχρωμα , ζωή και θάνατο μύριζε το ποτάμι, σου έλεγα. Ποιο ποτάμι; Δεν ήξερα να πω, κάπου στο Νεπάλ, απάντησα. Ναι, αλλά πού ακριβώς; Δεν ήξερα να πω, δεν το θυμόμουν, μόνο τη μυρωδιά του ήξερα, μα εσύ επέμενες. Kαι κάπως έτσι έπαψα να μιλώ για το Νεπάλ. Και γι’ άλλους τόπους έτσι. Έπαψα να μιλώ. Για όλους έπαψα να σου μιλώ, για όλους. Γιατί ονόματα και αριθμούς δεν έχω να σου δώσω. Χρώματα οι μνήμες μου και μουσικές και γεύσεις και κόμποι και ξαφνιάσματα. Πάει να πει χωρίς αντίκρισμα. Αν δεν τα ονοματίσεις, δεν υπάρχουν για κανέναν άλλον έξω από σένα. Και καλά οι ξένοι. Αλλά εσύ; Εσύ; Εσύ που δεν είσαι έξω από μένα, είσαι; Πώς τις μηδένισες τις μνήμες μου και κάπως έτσι γελαστά με αποκάλεσες αγεωγράφητη;

Πίνακας: Γ. Βακιρτζής, Άνθρωποι

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2007

Να σου ψιθυρίσω δύο φωνήεντα;



Τη διαφορά ανάμεσα στο α και το ο, την ξέρεις φαντάζομαι. Όχι; Έλα, πρόφερε μαζί μου α. Το βλέπεις πόσο μεγάλο ανοίγει το στόμα σου; Αφήνει χώρο πολύ. Για όλους. Πρόφερε τώρα μαζί μου το ο. Παρατηρείς; Παρατηρείς πόσο ο χώρος στενεύει; Πώς έρχονται τα χείλη σου πιο κοντά το ένα στο άλλο; Εκεί δε χωράν πολλοί. Στριμωχτά είναι. Και σου έχω πει πόσο μ’ αρέσει το στρίμωγμα, δε σου το έχω πει; Ωραία. Την επόμενη φορά, λοιπόν, όποτε χρειαστεί, όποτε, να σε πιέζω δε θέλω, όποτε χρειαστείς να το πεις, όποτε, μη μου ξαναπείς σ’ αγαπάω, γιατί το ίδιο λες στον αδελφό σου, στην αδελφή σου, στη μάνα σου. Δε θέλω αυτό το α σου το μεγάλο, που τους χωράει όλους, με μπερδεύει. Θέλω το ο σου να ακούω τονισμένο, να στρογγυλεύουν καραμέλες τα χείλη σου, να χωράνε μόνο εμένα. Όποτε μ’ αγαπάς, αν, όποτε, αν, όποτε, ποτέ μη μου ξαναπείς σ’ αγαπάω. Ποτέ. Σ’ αγαπώ να μου λες, μονάχα. Σ’ αγαπώ.

Πίνακας: Γιώργος Μήλιος, Σ’ αγαπώ, μικτή τεχνική σε μουσαμά

Η παράδοση



Πατέρας παραδίδει κόρη στο συμπέθερο.

«Συμπέθερε, φεύγουμε εμείς, την αφήνουμε στα χέρια σου τώρα. Εσύ είσαι ο πατέρας. Και αν κάτι δεν πάει καλά, ξέρεις εσύ. Ρίξε και κανένα μπερντάκι. Δε χάλασε ποτέ κανέναν».

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η κόρη δεν αντέδρασε στο άκουσμα των λόγων. Ούτε τότε, ούτε αργότερα. Γιατί ένα χεράκι ξύλο δε χάλασε ποτέ κανέναν. Κι ας μην ήταν εγκληματίας. Κι ας μην υπηρετούσε ούτε ο πατέρας, ούτε ο συμπέθερος, ούτε ο γιος του συμπεθέρου στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας.

Πίνακας: Γιώργος Μπουζιάνης, Γυναίκα Που Κοιτάει Πίσω. Υδατογραφία σε χαρτί.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2007

Μάτια



Η κυρά Μαριώ, που λες, ήταν όμορφη γυναίκα. Κακάσχημη αλλά όμορφη, αν εννοείς. Μπαξές. Με τα αστεία της, με τα γέλια της τα τρανταχτά, με τα χαχαχα με παρασύρατε κι είναι και παιδιά μπροστά, και με τα όλα της. Αν εννοείς. Κρεμόμαστε όλοι από το στόμα της. Κι απ’ το τηγάνι της. Μια πρέζα κύμινο και μπόλικο κρασί και τσιτσίριζε γύρω της όλη τη γειτονιά σμυρνέικο σουτζουκάκι. Να τσιτσιρίζονται στο τηγάνι τα σουτζουκάκια κι αυτή από πάνω. Να τσιτσιρίζεται. Με μια πρέζα δάκρυα και μπόλικο «καλέ συ Παναγιά μου κι άγια μου Φωτεινή, βοήθα με κι εμένα την Αλατσατιανή» Πάνω απ’ το τηγάνι να τσιτσιρίζεται. Και μας τσιτσίριζε κι εμάς ολόγυρα. Κάθε φορά αυτό. Πρώτα το γέλιο, ύστερα το κλάμα, πρώτα το κλάμα, ύστερα το γέλιο, αδιάφορο. Αλλά μας άρεσαν όλα της τα νόστ-ιμα. Αν εννοείς. Και το κλειδί στη γλάστρα με το γεράνι. Σε περίπτωση ανάγκης. Και το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλο σε ράφι χαμηλό. Να το φτάνουνε τα χέρια μας. Μπαίναμε, σεργιάνι στη γειτονιά η Μαριώ, αδειάζαμε το βάζο, την άλλη μέρα πάλι γεμάτο το βρίσκαμε. Κι άχνα. Ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, δε νοιαζόταν. Ήξερε. Η ανάγκη μπαινόβγαινε. Δε νοιαζόταν. Η ανάγκη. Δική της και δική μας. Να ταΐζεται και να ταΐζει. Δε νοιαζόταν για τίποτ’ άλλο. Μόνο γέμιζε γλυκό τριαντάφυλλο και πάλι και πάλι. Κι εμείς εκεί. Τι κι αν κοκκίνιζε η βέργα τα χέρια μας στο σχολειό την επομένη. Εμείς επιμέναμε. Την κατσίκα του Δία τη λέγανε Μαριώ και για κέρατο είχε ένα βάζο με γλυκό τριαντάφυλλο.

Και μου λείπει η Μαριώ, φιλαράκι, μα την Παναγία και την άγια Φωτεινή, μου λείπει. Μεγαλώνει η γειτονιά αλλά Μαριώ δεν έχει. Μπαξές είσαι κι εσύ, δε λέω. Με τα αστεία σου και με τα σοβαρά σου κι όλα τα νόστιμά σου. Και τσιτσιρίζομαι μαζί σου, που τσιτσιρίζεσαι. Και, α, όλα κι όλα, αδικίες δε θέλω, το κλειδί κι εσύ στη γλάστρα με το γεράνι, όταν λείπεις, το αναγνωρίζω. Γιατί ξέρεις πως στην πόρτα σου η ανάγκη με φέρνει. Αν εννοείς. Και το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλο στη θέση που πρέπει. Να το φτάνω. Αδειάζω εγώ, γεμίζεις εσύ και πάλι και πάλι. Αν εννοείς. Μόνο να, ένα παράπονο έχω. Εσύ νοιάζεσαι λιγουλάκι παραπάνω από τη Μαριώ μου ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει στο σπίτι σου και ποιος το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλό σου αδειάζει. Κι άχνα μη βγάλεις. Το ξέρω πως νοιάζεσαι. Το νοιώθω που με μετράς. Πότε μπαίνω, πόσο μένω, αν ήταν η βίζιτα αρμένικη ή όχι, πόσο γλυκό τριαντάφυλλο κεράστηκα. Το νοιώθω που με μετράς. Έρχομαι σπίτι σου, λείπεις, αλλά μάτια να με μετράνε αφήνεις πίσω. Μάτια να με μετράνε. Αν μ’ εννοείς. Και γαμώτο, φιλαράκι, μου λείπει η Μαριώ μου, μου λείπει η αθωότητά της, όλο και πιο πολύ μου λείπει, γιατί ξέρεις…Να, πώς να στο πω, δε μ’ αρέσει γαμώτο να μετράνε τις μπουκιές μου, δε μ’ αρέσει. Κάπως ανοίκεια νοιώθω. Κάπως ανοίκεια. Κι όταν νοιώθω ανοίκεια, φιλαράκι, να, πώς να στο πω να μην παρεξηγήσεις, δε θέλω να παρεξηγήσεις, αλλά να…Μου κάθεται το γλυκό τριαντάφυλλο στο λαιμό και δεν μπορώ να το απολαύσω. Αν μ’ εννοείς.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Μάτια.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Το κλειδί



Το λένε κλειδί, παιδί μου, γιατί ξεκλειδώνει, έτσι έλεγε. Κι εγώ γελούσα, γιατί την ίδια ακριβώς παράξενη, κατά κάποιο τρόπο, ετυμολογία, ακολουθούσε με τα περισσότερα των γύρω πραγμάτων. Τα μελομακάρονα, παραδείγματος χάριν, σα να την ακούω τώρα, τα λένε, παιδί μου, μελομακάρονα γιατί είναι μακαρόνια με μέλι. Ή το άλλο που, επίσης, δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω. Το λένε κουνελάκι τηγανητό, γιατί το κουνελάκι είναι νόστιμο, μόνο όταν το μαγειρεύεις στο τηγάνι. Κάπως έτσι. Ναι, κάπως έτσι γελούσα με την κυρία Μαρία, τη γειτόνισσα. Έπειτα, κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου με το κλειδί που ξεκλειδώνει ανά χείρας κι έγραφα στο αγαπημένο μου ημερολόγιο τα σώψυχά μου. Όλα. Επί παντός επιστητού. Κι ανεπαισθήτου. Κι όσο το φόρτωνα το ημερολόγιο, τόσο ξεφόρτωνα εγώ. Ύστερα, με το κλειδί που ξεκλειδώνει, προσεκτικά το κλείδωνα και το έκρυβα σε κρυψώνα σίγουρη (επιμένω να πιστεύω) και το κλειδί στον κόρφο μου κρεμούσα, μην τυχόν κι όλα όσα έγραφα πέσουν στα χέρια του πατέρα και τα διάβαζε και ποιος τον άκουγε τον πατέρα, όταν φόρτωνε, πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Πολύ περισσότερο, αν υποψιαζόταν πως τα γνώριζε και η κυρία Μαρία τα βάρη μου. Κι ήταν αρκούντως φορτωμένο το ημερολόγιο για να τον φορτώσει. Και περνούσε ο καιρός και γύριζα στις πίσω σελίδες, έβλεπα τον εαυτό μου στριμωγμένο να καθρεφτίζεται σ’ αυτές και γελούσα. Ή έκλαιγα. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Τον ξανακλείδωνα με το κλειδάκι και τον άφηνα εκεί στο στρίμωγμά του.

Ύστερα τα πράγματα άλλαξαν. Η κυρία Μαρία έπαψε να περιφέρει την παράξενη ετυμολογία της στη γειτονιά, όχι διότι εστέρεψε φαντασίας, γειτονιάς εστέρεψε, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Αλλάξαν όλα. Κι εγώ άλλαξα. Το ημερολόγιο έγινε μπλογκ ή βλογ ή διαδικτυακό ημερολόγιο, αλλά κι αυτό δεν είναι της παρούσης. Κι όλα τα αισθητά κι ανεπαίσθητα, όλα τα μου, όλα τα για μένα, όλα αυτά για τα οποία φοβόμουν έναν και μόνον πατέρα, άντε και την κυρία Μαρία της γειτονιάς, σε κοινή θέα, πια. Αλλά δε φοβάμαι. Όχι διότι, όπως, προηγουμένως, σου ετόνισα, εξέλιπε η γειτονιά. Όχι, καθόλου έτσι μη σκεφτείς. Το κλειδάκι εξέλιπε. Το κλειδί που, κατά την κυρία Μαρία, το λένε κλειδί, γιατί ξεκλειδώνει. Κι όσοι διαβάζουν τα δικά μου μου και τα για μένα, κουβαλούν τα δικά τους κλειδιά και ξεκλειδώνουν. Τα δικά τους κλειδιά. Κι αντικρύζουν όχι εμένα, αλλά τους εαυτούς τους στριμωγμένους στις σελίδες. Και γελάνε. Ή κλαίνε. Πράγμα το οποίον, επίσης, δεν είναι της παρούσης. Γελάνε ή κλαίνε. Αλλά όχι για μένα. Όχι για μένα. Για κείνους. Για κείνους γελάνε ή κλαίνε. Και αυτό, ναι, αυτό είναι της παρούσης. Γιατί το δικό μου κλειδί, που το λένε έτσι γιατί ξεκλειδώνει, πάντα στο δικό μου κόρφο κρεμασμένο είναι. Σε κανενός άλλου. Κι ο πατέρας που, ίσως, θα μπορούσε να το βρει, δε σερφάρει. Ούτε η κυρία Μαρία.

Πίνακας: Γιάννης Ψυχοπαίδης, Το Γράμμα Που Δεν Έφτασε.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Στο τσιγάρο που κρατώ



Και τώρα οι δυο μας. Ολομόναχοι. Πάντα ήταν έτσι, δεν ήταν; Έτσι. Έτσι. Εσύ κι εγώ και τίποτα άλλο. Το ήξερα, το ήξερα από την αρχή πως θα ‘ταν έτσι. Κοίταξα στο σωρό και είπα. Μ’ αυτόν θα πεθάνω. Κι από τότε δε σε αρνήθηκα, σε αρνήθηκα; Όχι. Έτσι. Σα ν’ αρνιόμουν τον εαυτό μου θα ήταν. Όχι πως δεν τον έχω αρνηθεί τον εαυτό μου ως τώρα. Εσύ το ξέρεις καλύτερα απ' τον καθένα. Κάποιος στην κολυμπήθρα πρέπει να ‘φτυσε την ώρα που με βάφτιζαν, αλλιώς δεν εξηγείται εκείνο το Πέτρος που μ’ ακολουθεί σε κάθε βήμα. Και δυο και τρεις και δεκατρείς μ’ αρνήθηκα. Όμως εσένα, όχι, όχι. Τις μάσκες μου παραγγελιά τις φτιάχνω. Να σε χωράνε. Εσύ κι εγώ πάντα μαζί. Και πάντα μόνοι. Κανείς δεν μπαίνει ανάμεσά μας. Μ’ όποιο κόστος. Κι ας στενεύει ο κύκλος. Γέμισε ο κόσμος λακκούβες κι απαγορεύεται, το κατάλαβες; Για το καλό μας. Επικίνδυνη παρέα είσαι, λέει. Σε σένα τα ξερνάω όλα, λέει. Δεν μπορώ να σου κρυφτώ, λέει. Κι ας αγαπιόμαστε κυρίως στο σκοτάδι. Ξεσηκώθηκαν οι σωτήρες να με σώσουν. Γιατί με σκοτώνεις, λέει. Αφηνιάζουν που αφηνιάζουμε στις κουβέντες μας και τους αφήνουμε απ’ έξω. Και κυρίως που αφήνουμε τον Πέτρο απ’ έξω. Επικίνδυνο, λέει. Για ένα όνομα ζούμε. Σκοτώνεσαι, λέει. Ε, και; Θα μου απαγορέψεις να σκοτωθώ, γαμώτο; Ούτε σ’ αυτό έχω επιλογή; Δεν πα να λένε. Αποφασισμένο το έχω. Μ’ όποιο κόστος. Παρανομία; Παρανομία. Λάθρα; Λάθρα. Για το βιώσας ας μην ορκιστούμε. Τι έλεγα; Α, ναι. Έλεγα πως πρέπει να το παραδεχτούμε, φίλε. Είναι ακριβή η φιλία στις μέρες μας. Όλο και πιο πολύ ακριβαίνει. Και διώκεται ποινικώς.

Πίνακας: Στάθης Βατανίδης, Σκέψη. Λάδι σε μουσαμά

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2007

Η εξαφάνιση



Το κορίτσι περπατούσε πλάι του. Τι πλάι του δηλαδή, μια κουβέντα το πλάι, δεν τον προλάβαινε. Εκείνος μεγάλες δρασκελιές, εκείνο ακολουθούσε ασθμαίνοντας, αγωνίζονταν τα μικρά ποδαράκια, ένα δύο, ένα δύο, να τον προλάβουν. Μα δεν έβγαζε άχνα. Άχνα δεν έβγαζε. Σάμπως δεν την είχε ακούσει τη γιαγιά, μήνες πριν; Εκείνη δεν το ήξερε, αλλά το κοριτσάκι την είχε ακούσει. Καθαρά το είπε στη γειτόνισσα. «Το ‘θελε ο Κώστας το αγόρι. Να του στέκεται και στα γελάδια. Αλλά στάθηκε άτυχος. Τώρα…». Τώρα το κορίτσι περπατούσε έτσι όπως θα έπρεπε ένα αγόρι να περπατά. Χωρίς δεν προλαβαίνω, χωρίς κουράστηκα, χωρίς περίμενέ με. Και τα γελάδια άρμεγε με μικρά-μικρά χεράκια, ένα δύο, ένα δύο, κι ας αναγούλιαζε. Και στα χωράφια πήγαινε και ξεβοτάνιζε. Κι ούτε φοβόταν τα βατράχια. Και κείνη τη φορά που πετάχτηκε το φίδι κάτω απ’ τις πέτρες στην παλιά αποθήκη με το σανό, δεν ούρλιαξε απ’ έξω του, από μέσα του ούρλιαξε. Κι όταν χτυπούσε, δεν έκλαιγε απ’ έξω του. Κι ας έτρεχε αίμα. Μέσα κι έξω του. Γιατί τα αγόρια δεν κουράζονται, δεν αναγουλιάζουν, δε φοβούνται, δεν ουρλιάζουν, δεν πονάνε, δεν κλαίνε. Κι ο πατέρας ήθελε αγόρι. Και κείνο τον αγαπούσε τον πατέρα. Πώς να τον κακοκαρδίσει; Πώς να του χαλάσει το χατίρι; Όχι, δεν του χάλασε ποτέ χατίρι του πατέρα. Ούτε κανενός άλλου.

Πίνακας: John Christoforou "Portrait d'un Personnage", 1989

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007

Κάθαρση



Αναγκαστήκαμε να του σπάσουμε τα πόδια. Όχι πολύ, μη φοβηθείς. Ελάχιστα. Ίσα-ίσα στους αστραγάλους. Καιρό το παλεύαμε, αλλά για όλα έρχεται η στιγμή. Ό,τι δεν καταφέραμε παλιότερα, το μπορέσαμε τώρα. Τύψεις; Όχι, έπρεπε να γίνει. Πολύ ψηλός. Σε όλα. Ύβρις να ξεχωρίζει. Ούτε ο Θεός δεν το θέλει. Αν το ήθελε, θα τον προετοίμαζε. Ήταν από κείνη την πάστα των ανθρώπων ο πούστης, που δεν το ‘χουν σε τίποτα να σηκώσουν το τηλέφωνο και να δώσουν ακριβείς οδηγίες για το φέρετρό τους. Τόσο πολύ άντεχε. Όλα καλά, όμως. Ξαφνικός ο θάνατος, δεν πρόλαβε. Αναλάβαμε εμείς και επιτέλους προλάβαμε. Αποκαταστήσαμε την τάξη. Τακτοποιήσαμε την ιδιαιτερότητα. Τον φέραμε στα μέτρα μας. Φέρετρο στα μέτρα των κοινών ανθρώπων. Ίσος μας, πια. Επιτέλους. Τύψεις; Όχι. Τώρα λέω πως δε γινόταν αλλιώς. Δε χωρούσε αλλιώς. Α, και πού ‘σαι; Εκείνο το «αναγκαστήκαμε» στην αρχή, σβήσ’ το. Δεν απολογούμαι. Ό,τι κάναμε, κάθαρση το λένε. Κάθαρση το λένε, ακούς ; Κάθαρση. Και τύψεις δεν έχω, σου λέω, τύψεις δεν έχω. Κάθαρση το λένε ό,τι κάναμε. Ανάθεμά το, το κάθαρμα, ανάθεμά το.

Πίνακας: Γιάννης Γαΐτης, Ανθρωπάκια, κατασκευή από ζωγραφισμένο ξύλο.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2007

Μια μικρή ιστορία



Αυτή τη φορά δε θα το πάθαινε, το είχε αποφασισμένο. Νισάφι πια με τα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν στο σόι για τις γκάφες της, νισάφι. Όπου «και του χρόνου» σε γάμο, κι όπου «να ζήσετε να τον χαιρόσαστε» σε κηδεία, η Μαρίτσα από πίσω. Και να πεις πως δεν πρόσεχε; Όσο μπορούσε πρόσεχε και, εδώ που τα λέμε, τις ατάκες που την έκαναν καταγέλαστη και εν πολλοίς διάσημη στην οικογένεια, με το σωστό ύφος και ήθος τις εκστόμιζε πάντα. Τώρα, πώς κάθε φορά, άλλα πρόβαρε να πει κι άλλα της βγαίναν, ουδείς μπορούσε να εξηγήσει κι αυτή ακόμη περισσότερο. Τέλος όμως. Τέλος.

Σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το Τρίτο κι όσο έτρεχε αγκομαχώντας να προλάβει την πομπή, επαναλάμβανε: «να ζήσεις να τον θυμάσαι, Καλλιόπη μου, να ζήσεις να τον θυμάσαι», δάκρυσε κιόλας την ώρα που το σκεφτόταν, περιέργως πώς, πάντα ο έλεος της Μαρίτσας ακολουθούσε τεθλασμένη πορεία. Να, για κείνο το τρεμάμενο «Χάσαμε τον πατέρα, κουμπαρούλα μου», της Καλλιόπης στο τηλέφωνο και για τη στιγμή που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά της στο νεκροταφείο για να της δώσει κουράγιο, δάκρυζε τώρα. Το πάθος των συγγενών τη συγκλόνιζε, αυτό ναι, όχι του ίδιου του παθόντα. Γκαφατζού γκαφατζού, αλλά και άνθρωπος πρακτικός. Ο εκλιπών εξέλιπε, τελεία και παύλα και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια γι’ αυτό. Το θρήνο των άλλων, αυτόν δεν μπορούσε να αντέξει, ειδικά όταν τους αγαπούσε πολύ, όπως καληώρα την Καλλιόπη. Για να καταλάβεις, ο κόσμος έκλαιγε κοιτώντας το νεκρό στο φέρετρο κι η Μαρίτσα έκλαιγε ακούγοντας την Καλλιόπη που έκλαιγε. Ακούγοντας, γιατί να τη δει δεν μπορούσε, πολύς ο κόσμος, δεν πρόλαβε να πιάσει την πρέπουσα θέση, ας όψονται οι συγκοινωνίες, τελικά το σημείο περικυκλωμένο, μα τόσος κόσμος πια, ομολογουμένως δεν το περίμενε αλλά δεν μπορούσε να το επεξεργαστεί τώρα, ήταν και κοντούλα, τίποτα δεν μπορούσε να δει, ακούει κι εκείνο το σπαραχτικό «πατερούλη μου σε χάνω» και ξέσπασε σε λυγμούς, χωρίς ωστόσο να ξεχνά να επαναλαμβάνει σιγανά, «να ζήσετε να τον θυμόσαστε, να ζήσετε να τον θυμόσαστε», τούτη τη φορά όλα θα τα έκανε σωστά, όλα θα τα έκανε σωστά.

Με το σωστό το βλέμμα κοίταξε το πλήθος που αραίωνε και την Καλλιόπη που υποβασταζόμενη στάθηκε παραπέρα για τους συνήθεις ασπασμούς, και προχώρησε μόνη της στο φρεσκοανοιγμένο τάφο να αποθέσει τα χρυσάνθεμά της, όπως ακριβώς έπρεπε. Πλησίασε σχεδόν ακροβατώντας, ανάμεσα στους λάκκους, στόμωσε πια και το Τρίτο, τον έναν πάνω στον άλλον τους θάβουνε, παραλίγο να σωριαστεί φαρδιά πλατιά στο διπλανό άνοιγμα, ολόφρεσκο φαινόταν, κοίταξε προς την Καλλιόπη, την είδε που την κοίταζε με κάποια απορία, ευτυχώς δεν έπεσε να γίνει ρεζίλι, αυτό κι αν είχαν να το λένε, άφησε τα λουλούδια, έμεινε λίγο σε στάση προσοχής ως όφειλε, μέχρι εδώ όλα καλά, γύρισε και πλησίασε την Καλλιόπη τρέμοντας, ήταν η ώρα, «να ζήσεις Καλλιόπη μου να τον θυμάσαι», έπεσε στην αγκαλιά της, ξεσπώντας, θες γιατί έκλαιγε η Καλλιόπη, θες γιατί επιτέλους όλα σωστά τα είχε πει και κάνει, δεν ήξερε να πει, όπως δεν ήξερε τι να πει κι όταν η Καλλιόπη τη ρώτησε δείχνοντας προς τους λάκκους: "Τι σύμπτωση τραγική ήταν αυτή, την ίδια μέρα, Μαρίτσα μου; Τι σύμπτωση, ανάθεμά την για ζωή, και να τους θάψουν δίπλα-δίπλα, ε; Ποιος ήταν ο άλλος; Τον ήξερα;"

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Μια Μικρή Ιστορία

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

Ό,τι κι αν πεις



Κάποιος τον έσπρωξε μπροστά, μόνο το χέρι του θυμάται, κι ύστερα φως που του ‘καψε τα μάτια και στο βάθος ένα σεντόνι μαύρο, το 'νιωθε να κινείται, και φωνές, πολλές φωνές που δεν ξεχώριζε τι λέγαν, αλλά ήταν σίγουρος πως, ναι ήταν σίγουρος, με θαυμασμό μιλούσαν και το όνομά του το δοξάζαν κι ύστερα, κάπως λιγότερο πονούσανε τα μάτια και πρόσωπο απέκτησε το μαύρο το σεντόνι, πρόσωπο, πρόσωπα, πολλά πρόσωπα, πάρα πολλά πρόσωπα και μάτια, μάτια, δεκάδες μάτια τον κοιτούσαν και γελούσαν και περίμεναν, τι, ήθελε να φωνάξει, τι, τι άλλο θέλετε από μένα, τι περιμένετε από μένα, τι άλλο θέλετε από μένα, καλά περάσαμε ως τώρα, μη με παιδεύετε, αφήστε με, αφήστε με εκεί πίσω, εκεί αφήστε με, εκεί είναι η θέση μου, εκεί, δεν τη μελέτησα ετούτη την υπόκλιση, ούτε γραμμένη στο σενάριο είναι, λείπει κι ο σκηνοθέτης είμαι μόνος, δεν το βλέπετε; Ήθελε να φωνάξει. Μα δε φώναξε. Έστεκε εκεί, ώρα πολλή, χωρίς φωνή. Κι ύστερα άδειασε ο τόπος. Άδειασε. Και βρήκε τη φωνή του κι ούρλιαξε: Και τώρα τι; Και τώρα τι; Και τώρα τι; Και τώρα να δω τις τσίχλες πώς θα ξεκολλήσω απ’ τα καθίσματα. Βρωμιάρηδες, ό,τι κι αν πεις, ακούστηκε απ’ το βάθος η Μαρία που εκτελούσε και χρέη ταξιθέτριας.

Πίνακας: Κωνσταντίνος Ξενάκης, ακρυλικό σε μουσαμά.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2007

Εναρηφόρος



Περιφορά το λάφυρό μου στο σχολειό, στη γειτονιά το γύριζα. Παντού την έδειχνα εκείνη τη φωτογραφία την ασπρόμαυρη, εσύ γελάς στη μηχανή επάνω, ντυμένος φανταρίστικα, έτοιμος δείχνεις να πετάξεις. Απ’ όλες όσες είχαμε, αυτή είχα διαλέξει, αυτός ήσουν εσύ. Ορίστε τον, έλεγα, ορίστε τον που οδηγεί, πόσο ψηλός και όμορφος και πώς τα χέρια του γερά αδράχνουν το τιμόνι, όλοι το παραδέχονταν και όλοι με ζηλεύαν. Κι εγώ καμάρωνα. Ορίστε τον, πώς οδηγεί. Πού πήγαινες δεν ήξερα να πω, σε ρώταγα, θυμάμαι, και απέφευγες, ήταν κρυφή η αποστολή, τους έλεγα, γι’ αυτό δε μ’ απαντάει, πάντα στα δύσκολα τον στέλναν, έλεγα, γιατί ‘ναι δυνατός κι αντέχει. Γιατί ‘ναι δυνατός κι αντέχει. Και για τη μηχανή, ούτε γι αυτή μου έλεγες πολλά, σε ρώταγα, θυμάμαι, και απέφευγες και ας σε κοίταζα με μάτια απορία. Δε μ’ ένοιαζε όμως, μ’ ένοιαζε; Αρκεί που οδηγούσες. Κι όσους ρωτούσανε γιατί ποτέ ξανά στα χέρια σου τιμόνι δεν εκράτησες, έτσι τους αποστόμωνα. Το λάφυρο κραδαίνοντας. Αρκεί που οδηγούσες. Τούτη τη μνήμη λάφυρο ακόμη περιφέρω. Και ας μου το ξεφούρνισε κάποια στιγμή η μητέρα. Κάλπικο, λέει, κάλπικο το λάφυρό μου ήταν, ένα παιχνίδι στο στρατό για να περάσει η ώρα, εσύ ήσουν πάντα σοβαρός και λογικός σου πάντα, ποτέ σου δεν οδήγησες. Ποιες μυστικές αποστολές, ποια μηχανή και ποια πετάγματα.

Πίνακας: Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Φιγούρα Μοτοσυκλετιστή, 1980

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2007

Μετάγγιση



Κι έτσι, σε κρατώ στα χέρια. Αίμα οι νύχτες σου, γυρίζω σελίδες, με βάφουν, μα ακόμη νωρίς, σαν πολύ κόκκινο το κόκκινο του σκηνοθέτη μοιάζει, αμπούλα να ριγούν οι θεατές στα σκοτεινά. Εγώ όχι, τα ξέρω τα κόλπα, ακόμη δεν τρέμω. Μαύρο να γίνει το αίμα πρέπει. Η ζωή σου, ζωή μου. Ακόμη νωρίς. Ξεφυλλίζω, κυλάς στα χέρια μου, στάζεις στο πάτωμα, πλήγιασε το δωμάτιο, από τι υλικό φτιαγμένο ήταν το ραβδί του Μωυσή ρωτώ, ιστορική ανακρίβεια θα πεις, δεν έγραφα τότε θα πεις, ακόμη νωρίς. Το δρόμο για τις φλέβες μου, ακόμη δεν τον βρήκες. Πλήγιασε το δωμάτιο κι ακόμη δε σ’ έχω. Σε κρατώ χωρίς να σ’ έχω, ακόμη νωρίς. Αντιστέκομαι. Πρέπει να πεθαίνω, λες, για να μου δοθείς. Ματωμένα δόντια χαμογελούν οι σελίδες σου. Αυτή η έπαρση! Δε χαρίζεσαι έτσι, σ’ όποιον κι όποιον, στην ανάγκη χαρίζεσαι. Αντιστέκομαι. Έτσι εύκολα πεθαίνει κανείς; Ακόμη νωρίς. Κι όμως σε χρειάζομαι. Τότε τι; Είναι που φοβάμαι να τρομάξω. Ακόμη νωρίς. Πάντα φοβόμουν. Και τις σύριγγες φοβόμουν. Δε γίνεται αλλιώς, λες, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εντάξει. Όμως, θα σου πω εγώ πότε, θα σου πω, εγώ θα σου πω, ακόμη νωρίς. Όταν το αίμα σου βάψει τα μάτια μου, όταν οι λέξεις σου καρφώσουν τα μηνίγγια μου και κάψουν τη γλώσσα μου, τότε η ώρα θα’ ναι. Τότε θα ξέρω πως θα ‘ρθεις, θα ξέρω πως σ’ έχω. Θα σ’ έχω. Τι λόγος κι αυτός! Άκου «σ’ έχω»! Ψέματα, ψέματα, πάλι ψέματα. Δε δίνεις χωρίς να πάρεις εσύ, δε δίνεις. Ανταλλαγές κάνουμε. Όταν το αίμα σου βάψει τα μάτια μου, όταν οι λέξεις σου καρφώσουν τα μηνίγγια μου και κάψουν τη γλώσσα μου, θα έχω εσένα, μα να πεθάνω πρέπει πρώτα, να πεθάνω κι ύστερα με σώζεις. Όπως πέθανες, να πεθάνω για να ζήσω. Να μην είμαι, για να είμαι. Τόσοι θάνατοι για λίγη ζωή. Αναρωτιέμαι: Πόσες νύχτες πρέπει να πεθαίνετε εσύ κι οι όμοιοί σου, για να πεθάνω κι εγώ; Και πόσο αυτοί οι θάνατοι στην αγορά τιμώνται;

Υ.Γ. Υπάρχει βιβλίο με εξώφυλλο καμωμένο από ανθρώπινο δέρμα
το ήξερες;

Πίνακας, Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Φιγούρα, 1976

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Για την Αμαλία


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)
«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2007

Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης


Κόκκινο φανάρι, Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης, σταυροδρόμι, η ώρα νωρίς του μεροκάματου, η ώρα αργά της κραιπάλης, Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης, σταυροδρόμι, σβινίζουν τροχοφόρα στο κόκκινο φανάρι, σβινίζουν και δεν έχεις πια πατέρα, στραβή τραγιάσκα σταυρού μεροκάματο του εργοστάσιου του κορδελιού και του μηχανουργείου ένας πήγαινε, του τζόγου της κραιπάλης των φαναριών των κόκκινων ένας ερχόταν, ένας έβλεπε, ένας όχι, ένας σταυρός, ένας στραβός, σβινίζουν τροχοφόρα, κερδίζει ο στραβός, πες πως δεν υπάρχεις πια, ένας σκοτώνεται, εσύ πεθαίνεις, Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης, κόκκινο φανάρι, ώρα μηδέν. Τώρα σύρριζα στους τοίχους, σβινίζει τροχοφόρο η ζωή, σύρριζα εσύ στους τοίχους σύρριζα, δεν έχει ο φόβος λογική, στην ξερίζωσε ένα κόκκινο φανάρι, πες πως δεν υπάρχεις πια, σταυρός εσύ, στραβός εσύ, κερδίζει ο στραβός που τα χάνει. Όλα. Στοπ.

Πίνακας, Βλάσης Κανιάρης, Τιμής ένεκεν στους δρόμους της Αθήνας

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2007

Μέλητος


Κώνειο εποίησεν, λέει, ο ποιητής. Κι αυτό όχι μόνος του, λέει. Άλλους δυο χρειάστηκε. Ποιήματα, όχι δεν εποίησεν. Δεν. Τίποτα. Ουδέν. Κι αυτοί οι πρόγονοι; Έτσι τους μοίραζαν τους τίτλους; Ποια να ήταν άραγε η τελευταία σκέψη του ποιητού εκείνου, που το μόνο που εποίησεν ήτανε φαρμάκι; Ίσως αυτή, ναι, ίσως αυτή θα ήταν μια καλή αφορμή για ποίημα. Κι, ίσως, οι πρόγονοι δεν τους μοιράζανε στο πόδι τέτοιους τίτλους. Έβλεπαν, απλώς, μακριά. Και κοντά. Και βαθιά. Στα μάτια του το έβλεπαν πως ποιητής του μέλλοντος θα ήταν. Γι’ αυτήν την αφορμή του τίποτα, λίγο πριν κλείσουνε τα μάτια.

Ο πίνακας του Σαράντη Καραβούζη

Σάββατο, 26 Μαΐου 2007

Η ψυχούλα

Ωσάν γλυκόπνοο,
δροσάτο αεράκι
μέσα σε ανθότοπο,
κειο το παιδάκι
την ύστερη έβγαλε
αναπνοή.
Και η ψυχούλα του,
εις τον αέρα
γλήγορα ανέβαινε
προς τον αιθέρα,
σαν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.
Όλα την έκραξαν,
όλα τ' αστέρια,
κι εκείνη εξάπλωνε
δειλή τα χέρια,
γιατί δεν ήξευρε
σε ποίο να μπει.
Αλλά, να, του 'δωσε
ένα αγγελάκι
το φιλί αθάνατο
στο μαγουλάκι
που έξαφνα
έλαμψε σαν την αυγή.
Δ. Σολωμός
Στην Αμαλία http://fakellaki.blogspot.com/

Ζήτημα φωτός



Έτοιμος κι ανέτυμος χαρωπά σφυρίζοντας κατέβαινε τα σκαλιά της μέρας. Έτυμος κι ανέτοιμος γκρεμοτσακιζόταν ουρλιάζοντας στα σκαλιά της νύχτας. Κι όμως, τις γνώριζε καλά τις σκάλες, μια ζωή τις περπατούσε. Πολύ το παράδοξο τον παίδεψε, ώσπου το φταίχτη ανακάλυψε. Αυτή. Η έλλειψη φωτισμού. Η έλλειψη φωτισμού τις νύχτες έφταιγε, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Αυτή, ανάθεμά την, αυτή έφταιγε, που τον μπέρδευε και σε λάθη ορθογραφικά τον έσπρωχνε.

Πίνακας: Νικόλαος Γύζης, Φανάρι.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2007

Κακίες



Έχετε τον κύκλο σας εσείς. Καταλαβαίνω. Να δεις πώς το ‘πε, στων ιδεών την πόλιν, ή κάπως έτσι, ναι, ναι, καταλαβαίνω. Κύκλος κλειστός ερμητικά εις τους παρείσακτους, δεν μπαίνει όποιος κι όποιος μέσα. Συχνά τα λέτε μεταξύ σας, κώδικες και συνθηματικά κι ονόματα παράξενα και υποκλίσεις, αχ πώς ταιριάξατε το κάπα με το ταυ, και τι γλυκά που έρεε το ρο σας, παρακαλώ, πρώτος εσείς το εύρημα το ηύρατε, ευχαριστώ, είναι αλήθεια το φοβόμουν, απευθυνόμεθα σε αδαείς μην το ξεχνάτε. Ναι, ναι, καταλαβαίνω. Σπάω τα μούτρα μου στις πόρτες τις κλειστές σας, νύχια ματώνω στις λέξεις σας τα στρείδια, αλλά ναι, καταλαβαίνω. Να φανταστείς, ρε συ, είναι φορές που έρχομαι στην πόρτα σας, μόνο και μόνο για να πω ευχαριστώ και πάλι πόρτα τρώω, δεν είναι λέξη δόκιμη λέει το ευχαριστώ, κάπως σε –ισμό να καταλήγει πρέπει για να 'ναι ευχάριστο στ’ αυτιά το ευχαριστώ μου, αν μη τι άλλο να ταιριάζει με τη ρίμα, δε γαμιέται λέω, παίρνω το ευχαριστώ μου και το πνίγω, το πνίγω ναι, αφού δεν έχω μια παραπομπή της προκοπής κι ένα ξερό ευχαριστώ ποτέ δε φτάνει, το πνίγω ναι, γιατί καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω. Έτσι πρέπει να είναι, έτσι πρέπει, δεν είναι μέρος για όλους οι νεφελοκοκκυγίες, ούτε όλων τα αίματα το ίδιο χρώμα έχουν, ούτε όλων τα δάκρυα την ίδια αλμύρα, μα ναι, καταλαβαίνω. Παντού και πάντα, κάποιοι πιο ψηλά χρειάζεται να στέκουν. Έτσι, για ν’ αποκτά το ενδεής και αδαής -σωστά το είπα;- ένα νόημα, αδερφέ.

Πίνακας, Georgia O'Keeffe, Ladder to the Moon, 1958.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

Λαιμητόμος



Κρύψου, είπαν της φόνισσας που πολύ αγάπησε, κρύψου, έρχεται ο δήμιος, τούτη τη νύχτα η εκτέλεση. Τούτη τη νύχτα θα πεθάνεις. Κι έριξε τα μάτια στο χώμα κι άρχισε πόρτες να χτυπά η φόνισσα που πολύ αγάπησε, άνοιξέ μου, σε παρακαλώ, άνοιξέ μου, ικέτευε, έρχεται να με σκοτώσει, λυπήσου με, μη στο κατώφλι μ’ αφήνεις μόνη, όχι απόψε, μη μ’ αφήνεις μόνη απόψε, παρακαλούσε κι έκλαιγε η φόνισσα που πολύ αγάπησε. Μα δεν της άνοιξε κανείς. Έπιασε τότε να τρέχει μες στα σύδεντρα η φόνισσα που πολύ αγάπησε, με τα μάτια ριγμένα στο χώμα, από σύδεντρο σε σύδεντρο έκλεινε τα μάτια κι έτρεχε, θαρρώντας πως το ικρίωμα θα γλίτωνε. Μάταιος κόπος. Στο πρώτο ξέφωτο δεν άντεξε, ξεχάστηκε και σήκωσε τα μάτια πάνω. Λαμπρή πανσέληνος την τσάκωσε και την αποκεφάλισε η λαιμητόμος δήμιος, έπεσε στο λαιμό της και τη σκότωσε η λαμπρή πανσέληνος τη φόνισσα που πολύ αγάπησε.

Πίνακας: Γιάννης Μόραλης, Πανσέληνος