Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Άνθρωποι προπαντός



Συγγνώμη, θα της έλεγε, δε σε χρειάζομαι άλλο πια, βρήκα άλλη. Έτσι θα της έλεγε. Ορθά-κοφτά. Την αλήθεια. Είχε γεράσει πια δεν έκανε για τη δουλειά. Χάρη της έκανε που δεν της έλεγε πως είχε γεράσει, έτσι δεν είναι; Έτσι. Ή μάλλον όχι. Μπορεί να τη θύμωνε πολύ αυτό το ορθά κοφτά και να προκαλούσε φασαρίες. Όχι έτσι. Πιο μαλακά. Συγγνώμη, θα της έλεγε, θα λείψω τούτο το Σάββατο, μην έρθεις σπίτι. Αν μπορέσω το άλλο, θα σου τηλεφωνήσω. Έτσι θα της έλεγε, και θα το πήγαινε από Σάββατο σε Σάββατο κι από αναβολή σε αναβολή, ελπίζοντας να φύγει εκείνη πρώτη. Αν όμως επέμενε; Η αλήθεια είναι πως ήταν ικανή να επιμείνει, πάντα ήταν εκεί όταν τη χρειαζόταν. Όχι, έπρεπε να τελειώνει μια και καλή. Να ξέρει κι εκείνη, να κανονίσει την πορεία της. Όλα κι όλα, προπαντός άνθρωποι να είμαστε, σ’ αυτά τα Σάββατα στήριζε η γυναίκα τη ζωή της. Προπαντός άνθρωποι. Συγγνώμη, θα της έλεγε, τα φέρνω δύσκολα οικονομικά τον τελευταίο καιρό, δεν μπορώ να σε πληρώνω. Καλύτερο αυτό, γιατί τι θα έκανε, θα το έπαιρνε απόφαση. Αλλά και πάλι μπορεί να μάθαινε πως έφερε άλλη γυναίκα σπίτι τούτο το Σάββατο και να θύμωνε χειρότερα που την κορόιδεψε. Άλλον τρόπο έπρεπε να βρει. Άλλον. Οπωσδήποτε. Αυτό το τι μου τη χάρισες αυτήν την ταμπακέρα βλέμμα, δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Άλλον τρόπο. Ίσως…ναι. Ναι, θα μπορούσε. Δυναμικά θα το αντιμετώπιζε, δυναμικά. Άκου να δεις, θα της έλεγε, φέρε πίσω το δαχτυλίδι που βούτηξες, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα, ακούς; Βρωμιάρηδες, θα της έλεγε, που σας βάλαμε στα σπίτια μας και σας κάναμε ανθρώπους κι έχετε κατακλέψει τον κόσμο. Κι ένας θεός ξέρει τι έχεις σουφρώσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν είχα πάρει είδηση. Παλιοαλβανοί, ε παλιοαλβανοί! Το καλό που σου θέλω, θα της έλεγε, το καλό που σου θέλω, να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου. Έτσι θα της έλεγε. Κι αν επέμενε, θα έβρισκε και δυο τρεις συνελληνίδες γειτόνισσες να βεβαιώσουν του λόγου το αναληθές. Ποιος θα την πίστευε εκείνη; Ο λόγος της κι ο λόγος μας. Μα δε θα χρειαζόταν, όχι. Δε θα επέμενε. Χαρτιά δεν είχε, θα φοβόταν να το τραβήξει το πράγμα. Ναι, έτσι θα της έλεγε. Εκείνη θ’ αναγκαζόταν να ψάξει γι’ άλλη δουλειά κι αυτή θα ξεμπέρδευε μια και καλή. Ούτε βλέμματα, ούτε ΙΚΑ, ούτε φασαρίες. Και προπαντός άνθρωποι.

Πίνακας: Ονορέ Ντωμιέ, Το βάρος (Η πλύστρα).

7 σχόλια:

abttha είπε...

συγκλονιστικό!
περιγράφει μια καθημερνή δειλία. δικιά μου ας πούμε. δικιά μας. κι ένα τρέμον άλλοθι. γεμάτο φρίκη κείμενο, κι όμορφο. μα σε τρώει...

Καπετάνισσα είπε...

Αγκαλιά.
Να ζεσταθεί ο κόσμος.
Κι ο εαυτός.

aerosol είπε...

Πάλι με το στόμα ανοιχτό μ'άφησες.

Ανώνυμος είπε...

http://www.zshare.net/download/5668416069b61b/

Καλά Χριστούγεννα!

Μίχος

ο δείμος του πολίτη είπε...

Γιατί τελικά να πάρει πόδι; Έκλεψε ή απλά βαρέθηκε να σκέφτεται ρατσιστικά χωρίς να το ομολογεί δημοσίως;

perssefoni είπε...

πολλοί οι τρόποι με τους οποίους σκέφτονται οι άνθρωποι.ποιός υπερισχύει τελικά?το πέρασμα στην πράξη θα σκοτώσει όλους τους άλλους τρόπους...

Τίποτα είπε...

@ abttha,

όχι μόνο δικιά σου δειλία. Όχι μόνο. Σ' ευχαριστώ.

@ καπετάνισσα,

ανταποδίδω την αγκαλιά. Ευχές για επιτυχία σε ό,τι κάνεις. :)

@ aerosol,

Να είσαι καλά.

@ Δείμε,

Έπρεπε να βρει μια δικαιολογία...

@ Perssefoni

Σκοτεινοί οι άνθρωποι, ώρες-ώρες...


@ Μίχο,

ό,τι και να πω είναι λίγο! Τι δώρο χριστουγεννιάτικο ήταν αυτό; Σ' ευχαριστώ!!!