Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2007

Η αποθήκη...

Κάθε που φυσούσε, κάθε που έβρεχε, τις χειμωνιάτικες νύχτες γύρω απ’ το μαγκάλι, μια ήταν η κουβέντα. Η αποθήκη. Αν συνεχίσει έτσι ο καιρός, δε θα αντέξει, έλεγαν. Κι έβγαινε ο πατέρας μέσα στη νύχτα, να πάει δίπλα, στην αποθήκη, και μέτραγε ραγίσματα. Γύριζε πίσω στάζοντας, τον περιμέναμε όλοι με αγωνία, θα αντέξει και σήμερα, έλεγε, μπρος στα κρεβάτια σας, υπακούαμε εμείς, αλλά ο ύπνος αργούσε να έρθει, τον κυνηγούσε ο άνεμος και τα μουρμουρητά στο μεγάλο κρεβάτι, έστηνα αυτί μια δω, μια κει, να κλέψω μυστικά, δεν τα κατάφερνα, της θύμωνα πολύ τότε της αποθήκης, της θύμωνα ακόμη πιο πολύ την επόμενη μέρα το πρωί, σαν την έβλεπα σώα και αβλαβή να στέκει, όπως πάντα, κολλημένη στ’ ανατολικά του μικρού σπιτιού, να εξακολουθεί να καταδυναστεύει το χώρο, να δεσπόζει, ποιο, αυτό το χωμάτινο ραγισμένο πράγμα, τη μισούσα σχεδόν, γιατί με είχε απογοητεύσει, τίποτα σπουδαίο δεν είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα, δε μας είχε πλακώσει, τη μισούσα, γιατί το δράμα μου είχε στερήσει, τι θα είχα να διηγηθώ τώρα; Πού το θάρρος μου θα έδειχνα; Ποιον από θάνατο θα έσωζα; Και ποιος για τη ζωή του θα με ευγνωμονούσε; Κι όμως, τόσα σενάρια τη νύχτα είχα καταστρώσει…

7 σχόλια:

teiresias είπε...

Τώρα εγώ γιατί σε σκέφτηκα ως Λώρα στο Μικρό σπίτι στο Λιβάδι;...
Καλό σου βράδυ,τιποτάκι...

Τίποτα είπε...

Καλό σου βράδυ, Τειρεσία:)

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Κοιμήσου..φυσάει

Herinna είπε...

Ακόμα μέσα της είσαι, καλά σου λέει η Μαρία και καταστρώνεις.

Καπετάνισσα είπε...

Ραγίσματα, χαραγματιές, ουλές να στάζουν αέρηδες.
Κι ό,τι έχω φυλαγμένο, όχι σε αποθήκη σκοτεινή...
Μα στου μυαλού το μαύρο που δεν είδα. Στο τίποτα; Ναι. Εκεί.

αλαφροίσκιωτος είπε...

είδες που δε χρειαζόταν να πέσει η αποθηκούλα σας για να μας διηγηθείς αυτή την ιστορία?
η φωτιά που δεν ξέσπασε, ο σεισμός που δεν έγινε, το ποτάμι που δεν έσπασε, ο έρωτας που δεν ένιωσα, η ζωή που δεν έζησα...

οι νύχτες των συνειρμών πριν τον ύπνο...

Helix Nebulae είπε...

Η Λώρα τινάχτηκε από το κρεβάτι της φορώντας το μακρύ νυχτικό της.
"Τι έπαθες πάλι;" τη ρώτησε η μεγάλη της αδελφή.
"Άκουσα ένα θόρυβο από την αποθήκη, μάλλον κοντεύει να καταρρεύσει".
"Δεν είναι τίποτα, ο αέρας είναι μόνο. Κοιμήσου."