Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Θητεία


Τώρα φυτεύω λουλούδια. Γεράνια. Γεράνια, κυρίως. Που αντέχουν. Θέλω πολλή δουλειά ακόμη. Όταν αρχίσω να φυτεύω παπαρούνες, θα μου επιτρέψω να σε σκεφτώ.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Αντικείμενο



Μην αρχίζεις τα ίδια και τα ίδια, σε λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Όχι δε μιλάς στο βρόντο, στο νεροχύτη μιλάς για να τ’ ακούω εγώ. Σ’ αυτόν καταφεύγεις πάντα. Τ’ ακούω, λοιπόν, και τα σκέφτομαι, μη νομίζεις πως δεν τα σκέφτομαι. Και ο νεροχύτης τ’ ακούει. Πιο πολλά ξέρει ο νεροχύτης μας για μένα, από μένα. Πότε που έκαψα το φαγητό η ανεπρόκοπη κι ένας θεός ξέρει ποιος θα με πάρει τέτοια τσαπατσούλα, πότε που άργησα κι έμεινες κρεμασμένη όλη νύχτα στο μπαλκόνι να περιμένεις και που δε σε σκέφτομαι και δε σε υπολογίζω και που κόντεψες να πάθεις εγκεφαλικό, πότε που σου είπα ψέματα πως ήμουν στης Μαρίας ενώ ήμουν με το Γιώργο και πως πάει η εμπιστοσύνη σου, ράγισε και άμα ραγίσει το γυαλί δεν ξανακολλάει και που τα καλά κορίτσια δε γυρίζουνε με τον πάσα ένα τυχόντα κι έδωσα λαβή για σχόλια και δεν έχεις μούτρα να βγεις στη γειτονιά και που εσείς κυκλοφορούσατε με το κούτελο καθαρό και σας το καταβρώμισα, πότε που δεν πέρασα μαθήματα και σε ρωτάει ο κόσμος και απάντηση για το πτυχίο δεν έχεις κι αναγκάζεσαι ν’ αλλάξεις κουβέντα και δρόμο, πότε που κόλλαγα αφίσες και δεν το περίμενες να στο κάνω εγώ αυτό, που εσύ με μεγάλωσες μες στη δαντέλα και τι δουλειά έχω εγώ με τους κουμμουνιστές, πότε που με πήρανε στο τμήμα και που εσείς δεν είχατε ποτέ πάρε-δώσε με αστυνομίες και τη διαβήκατε κι αυτήν την πόρτα και που τσάμπα με σπουδάζατε και τι άλλο σας περιμένει ακόμα και μαύρη η ώρα που με γένναγες και η τύχη μου μαζί, πότε όλα. Και τα λαμβάνω σοβαρά υπόψη, τα όλα. Και το νεροχύτη μας λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Που, χάρη σε σένα, τα ξέρει τα όλα μου. Και που με αντέχει. Και, ναι, θα παντρευτώ, λέμε. Καθυστερώ ναι, όσο περνούν τα χρόνια είναι και πιο δύσκολο, ναι, και φοβάμαι κι εγώ πως θα μείνω μόνη μου, ναι. Μα εύκολο το ‘χεις, μάνα; Εύκολο; Φοβάμαι, μάνα, φοβάμαι. Και τη μοναξιά φοβάμαι, μα και την παρέα τη φοβάμαι. Δεν είναι εύκολο να βρεις άντρα να μοιάζει στο νεροχύτη μας, είναι;

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ, 6



Καλά να μου φέρεσαι. Όχι όπως πριν, που με κοίταζες αφ’ υψηλού και μετά βδελυγμίας. Πάρ ‘το απόφαση, άλλον δεν έχεις από μένα. Όχι, ότι δεν είναι καλή. Και συγκινητική είναι μ’ εκείνα τα κρυώνεις άντρα μου και βρέχεσαι άντρα μου, καθώς σφίγγει τη φωτογραφία σου στην αγκαλιά της. Αλλά τη σφίγγει όλο και λιγότερο, δεν τη σφίγγει; Και νοικοκυρά, δε λέω. Αλλά κάνει όλο και περισσότερα δεν κάνει; Σκουπίζει, πλένει, στρώνει το καθαρό το σεμεδάκι, ποτίζει τα λουλούδια, θυμιατίζει. Ένα σωρό δουλειές. Και λιώνεις εσύ με την περιποίηση. Και δεν παρατηρείς ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά, σου λέει όλο και λιγότερα. Γιατί σου λέει όλο και λιγότερα, δε σου λέει; Κι ύστερα φεύγει. Και φεύγει όλο και πιο σύντομα, δε φεύγει; Μα τι θα θες; Δεν την αδικώ. Και μην την αδικείς κι εσύ. Άλλοι οι ρυθμοί εκεί πάνω. Άλλοι. Πάρε το απόφαση. Άλλον δεν έχεις από μένα. Αυτό είναι κόλαση δεν το ‘ξερες; Να μην έχεις άλλον παρά εκείνον που κάποτε τον κοίταζες αφ’ υψηλού και μετά βδελυγμίας. Να μην έχεις άλλον παρά εμένα. Μονάχα εμένα. Να σέρνομαι στα πόδια σου και να σου ψιθυρίζω. Να γλείφω το κορμί σου και να λιώνεις. Γιατί λιώνεις στο άγγιγμά μου κι ας με σιχαίνεσαι. Παραδέξου το. Λιώνεις. Κυριολεκτικά.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ,5



Με βλέπω να τη χάνω την ευκαιρία. Δε μου βγαίνει, ρε παιδί μου, πώς το λένε. Τι πάει να πει, μη φοβάμαι κι έχει ησυχία εδώ; Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Την ησυχία. Τόσος κόσμος και τίποτα. Σαλιγκάρι σέρνεται και σου γρατζουνά τα μηνίγγια. Ούτε ν’ ανασάνεις, όχι να μιλήσεις. Πλακώνουν οι ενοχές. Εγώ θορυβώ, οι άλλοι όχι. Εγώ ανασαίνω, εσύ όχι. Και ναι, φοβάμαι. Ούτε εδώ μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Τάφος σου λέει ο άλλος. Πας στοίχημα; Γειτονιές ολόκληρες γίνανε οι τάφοι. Και κουτσομπολεύουν οι γειτονιές. Να, πριν από λίγο. Ο πόνος πόνος αλλά η εσείς ποιον χάσατε περιέργεια, περιέργεια. Γι’ αυτό σου λέω. Κι οι τάφοι αυτιά. Μωρέ, λέξη δε βγάζω. Τώρα θα μου πεις, μπορούμε να τα πούμε πνευματικώς. Έχεις τα προσόντα να μ’ ακούσεις. Δε θέλω έτσι. Δε θέλω. Κουράστηκα με το πνευματικώς. Πνευματικώς μου τα λέω συνέχεια. Σωματικώς θέλω, σωματικώς, να ουρλιάζω και να χαίρομαι. Και πάλι δεν ξέρω. Αν μπορούσα να στα πω, εννοώ, θα στα έλεγα; Και γιατί δε σου τα έλεγα πριν; Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Πόσο μπορεί να τσαλακώνεται για να μην τσαλακωθεί κανείς; Πόση κούραση. Άκρη δε βγάζω. Πάω. Ίσως δε διάλεξα τη σωστή ώρα. Ίσως είναι ώρα αιχμής. Με το λιοπύρι θα ‘ρθω. Και βλέπουμε.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

Η μελωδία της ευτυχίας



Ο Ρέντης ήτανε τα Σάββατα. Και ντυνόμαστε και στολιζόμαστε και άκρη-άκρη το ποτάμι για Ντούαλ και Αλέα και μελωδία της ευτυχίας. Κι η Χονολουλού τα άλλα Σάββατα. Θάββατο θήμερα, κθέχασες; Σάββατο, ναι. Και πού θα πάμε; Στη Χονολουλού. Έχει έργο εκεί; Απ’ όλα έχει. Και ντυνόμουνα και στολιζόμουνα και περίμενα. Μα ντύθου κι εθύ, θα χάθουμε το έργο. Είναι νωρίς ακόμη. Και περίμενα και περίμενα και τίποτα. Πέσε κοιμήσου. Κι η Χονολουλού; Το άλλο Σάββατο. Θίγουρα; Σίγουρα. Και τι θα δούμε; Ό,τι θες. Το άλλο Θάββατο; Το άλλο. Θτη Χονολουλού; Στη Χονολουλού. Κι έπεφτα και κοιμόμουνα και δε μ’ ένοιαζε που τίποτα. Ερχόταν η Χονολουλού στο κρεβάτι με τα Ντούαλ της και τις Αλέες της και τις μελωδίες της ευτυχίας, ίδια ο Ρέντης, άκρη-άκρη στο ποτάμι. Ωραία. Ωραία κύλησε ο καιρός μου άκρη-άκρη στο ποτάμι, ωραία κύλησε ο καιρός μου, ωραία κύλησε. Ωραία. Μα τώρα πώς θα γίνει; Πώς θα γίνει γαμώτο; Πώς θα γίνει να ξαναβρεθώ Χονολουλού τα Σάββατα; Κι ας τίποτα; Πώς θα γίνει;

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Τμήμα Δ, 4

Τρέχουν τα μάτια μου, χωρίς να συμβουλευτούν κανέναν. Από μόνα τους. Δι’ ασήμαντον αφορμήν. Να, προχθές ήταν η μαγειρίτσα. Να φτιάξω ή να μη φτιάξω. Μέγα πρόβλημα. Και δώσ’ του κλάμα. Βλέπεις, σε σένα μόνο άρεσε η μαγειρίτσα. Για σένα την έφτιαχνα. Κάθε χρόνο. Και προχθές, που θα έφτιαχνα ή δε θα έφτιαχνα, για σένα πάλι. Μα φτάνει πια. Άλλο δεν κλαίω. Δεν είναι που κουράστηκα. Είναι που ξέρω γιατί κλαίω. Και ξέρεις κι εσύ. Δεν τρέχουνε τα μάτια μου για σένα, αλλά για μένα. Μου λείπεις και μου λείπεις και μου λείπεις. Πολύ το «μου» ακούγεται, δε βρίσκεις; Πολύ. Και βαρύ. Πολύ. Πού να ταξιδέψεις με τέτοιο βάρος στις αποσκευές. Κι έτσι δε μέθυσες ποτέ σου στην Αβάνα. Όπου «έτσι», βάλε «μου». Κι όπου «μου», «από αγάπη». Τρίχες αγάπη. Το ‘ξερες εσύ, μα δε μιλούσες. Μ’ άφησες μόνη μου να μάθω. Έτσι το διάλεξες. Να τα πληρώσω τα μαθήματα. Τρελέ! Τώρα που ένιωσα, δεν είσαι εδώ να το χαρείς. Γι’ αυτό σου λέω. Άλλο δεν κλαίω. Δεν είναι που κουράστηκα. Είναι που ξέρω γιατί κλαίω. Είναι που ντρέπομαι. Εσένα. Που έχασες για ένα "μου" τη ρούμπα στην Αβάνα.

Πίνακας: Delilah Smith, Salsa dancing

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Του θαλάμου 14


Να κάνεις παρέα με τους καλύτερούς σου, για να πας μπροστά. Έτσι έλεγες. Σ’ άκουγα κι εγώ. Τι ήξερα τότε; Σ’ άκουγα. Κι όπου καλύτερος κι εγώ από δίπλα. Και πήγα μπροστά. Όλοι το λένε. Κι όλο, είδες που στα ΄λεγα, εσύ. Είδα. Είδα και το μπροστά, δε λέω. Μα και το πίσω είδα. Μέσα μου το κουβαλάω. Χρόνια τώρα. Και με βαραίνει, να ‘ξερες πόσο με βαραίνει. Σκυμμένος πάω μπροστά. Με το χέρι απλωμένο. Να ζητιανεύω απ’ τους καλύτερους. Επαιτώ, πατέρα, επαιτώ, αντί να απαιτώ. Μετριέμαι μια ζωή και βγαίνω λειψός. Μια ζωή στη σύγκριση. Με τους καλύτερους, που λέγαμε. Κι όλο υπολείπομαι. Γιατί όλο κι εμφανίζεται κάποιος καλύτερος. Τώρα θα μου πεις, εσύ φταις; Όχι, δε φταις, να πέσει φωτιά να με κάψει, αν έχω παράπονο. Γιατί και το άλλο έλεγες. Μάθε παιδί μου γράμματα, έλεγες. Και μάλλον ξώφαλτσα το πήρα αυτό το τελευταίο. Νόμιζα πως μάθαινα γράμματα, μα δε μάθαινα. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς έφτασα απ’ το α του απαιτώ στο ε της επαιτείας. Μεγάλο πράγμα η γνώση δε συμφωνείς; Κοιμάσαι. Μέρες πολλές τώρα, κοιμάσαι. Μα είπανε να σου κουβεντιάζω. Σου κάνει καλό κι ας κοιμάσαι, λέει. Γι’ αυτό στα λέω. Επειδή δεν ακούς. Αν μπορούσες ν' ακούσεις, άλλα θα σου 'λεγα. Να είσαι ήσυχος για το γιο σου, θα σου έλεγα. Και περήφανος που πρόκοψε. Και πως σου χρωστά χάρη που πήγε μπροστά. Με τους καλύτερους.

Πίνακας: Θεόδωρος Στάμος, Ατέρμονο Πεδίο.

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Τμήμα Δ, 3


Πρόκοψες και το ‘κοψες. Αλλά εγώ θα μιλώ πάντα στον πληθυντικό. Ήρθα να κάνουμε ένα τσιγαράκι, έτσι θα λέω. Πάντα. Δε σ’ ενοχλεί ο καπνός, ε; Ούτε κι εμένα μ’ ενοχλεί που δεν καπνίζεις. Μ’ άλλους νοιώθω αμήχανα. Δεν μπορώ να εκφραστώ, ρε παιδί μου, πως το λένε. Μιλώ κι έχω άγχος μην τυχόν και ξεστρατίσει ο καπνός στο πρόσωπό τους κι αποσυντονίζομαι. Τι να πεις έτσι; Τα απολύτως τυπικά. Δεν μπορείς ν’ ανοίξεις την καρδιά σου, μπορείς; Έτσι. Και μιας κι ανοίγουμε την καρδιά μας τώρα και καπνίζουμε και μιλάμε σαν άνθρωποι, να σου το πω κι αυτό, δεν αντέχω να το βαστάω άλλο. Τόσο καιρό, τα απολύτως τυπικά έλεγα και σε σένα. Όλα πάνε καλά, μην ανησυχείς, το χρώμα σου καλύτερο το βλέπω σήμερα, σα να πήρες κα ‘να κιλό, ο Δημήτρης έγραψε 19 στ’ Αρχαία κι ο Κωνσταντίνος πήγε καλά στη Φυσική που φοβόταν, τα καταφέρνουμε μια χαρά, προσπάθησε να τρως, Τα τυπικά σου έλεγα. Μα άλλα ήθελα να σου πω. Άλλα. Να σε βρίσω ήθελα. Ανάθεμά σε, τι δουλειά έχεις εδώ μέσα εσύ, ε; Έτσι θα σου έλεγα. Τσακίσου και γύρνα σπίτι σου, θα σου έλεγα, σ’ αγαπάμε και μας λείπεις και δεν μπορούμε δίχως σου. Έτσι θα σου έλεγα. Και φοβάμαι, έτσι που σε βλέπω, πώς έχεις γίνει έτσι, δεν είσαι εσύ ο Θάνος μας, δε σ’ αναγνωρίζουμε πια, έτσι θα σου έλεγα. Και ξανά σ’ αγαπάω. Και τι θέλεις να κάνω, πες μου τι θέλεις να κάνω για σένα και για την Ανθούλα και για τα παιδιά, δεν έχεις ζωή πια, δώσε μου οδηγίες, έτσι θα σου έλεγα. Και ξανά σ’ αγαπάω. Και, φοβάσαι; θα ρωτούσα. Φοβάσαι κι εσύ, όπως κι εγώ; Και ξανά σ’ αγαπάω. Και εσύ θα μου απαντούσες, όλα θα μου τά ‘λεγες, όπως πριν, δε θα μου τά ‘λεγες; Θα μου τα έλεγες. Αν κάπνιζες. Μα δεν κάπνιζες, ανάθεμά σε, δεν κάπνιζες, πρόκοψες κι έκοψες το τσιγάρο και περιοριστήκαμε στα απολύτως τυπικά. Πρόκοψες. Αλλά ησύχασε, πέρασε τώρα. Τώρα μπορούμε να μιλάμε σαν άνθρωποι πάλι. Να τα λέμε όλα. Κι είναι ήσυχα εδώ για κουβεντούλα. Κι ο χρόνος πολύς. Είσαι σίγουρος πως δε σ’ ενοχλεί ο καπνός, ε;

Ο πίνακας του Σαράντη Καραβούζη.

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Κομμός


Εισιτήρια, εξιτήρια, διαγράμματα παρακολούθησης ζαχάρου, μέτρηση ούρων ζαχάρου, νοσηλευτική πορεία, φύλλο νοσηλείας, πλάνα ορρών 2/ώρου, οικειοθελής έξοδος, πλάνα θαλάμου, διαγράμματα 3/ωρης παρακολούθησης, εντολές νοσηλείας, εντολές νοσηλείας εντατικής, έντυπα συγκατάθεσης ασθενών και συγγενών, ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, α, ρε Θάνο! Τι μανία κι αυτή να μαζεύεις χαρτιά με τ’ όνομά σου.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

Πηγή Καφετζοπούλου-Για λίγο

θα ήθελα να ζω
τη μέρα μέσα στα αόρατα
και τη νύχτα
στο θαλασσινό βυθό.

Εντάξει;


http://trelitoufegariou.blogspot.com/

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Του θαλάμου 13



Μωρέ, μια χαρά είμαι εδώ σου λέω! Πασάς στα Γιάννινα. Πάνε κι έρχονται οι χανούμισσες με τις άσπρες τις στολές τους και με τα πασουμάκια τους τ’ αθόρυβα. Ώρα για την ενεσούλα μας, τιτιβίζουν. Ευχαρίστως. Τρελαίνομαι μ’ εκείνο το μας. Τρελαίνομαι. Πώς πάμε σήμερα; Με προσέχεις; Πρώτο πληθυντικό, όχι αστεία. Πώς πάμε σήμερα; Μια χαρά πάμε, μου πέρασε η πνευμονία που με κρεβάτωσε, αλλά σιγά να μην τους το πω. Μ' αρέσει εδώ. Κάθε μέρα κι άλλο πόνο βρίσκω. Πότε στο στήθος, πότε στο στομάχι. Κι όλο ψάχνουν. Κατατρυπημένο μ’ έχουν, φλέβες δεν έχω πια. Τίποτα δε βρίσκουν, δε δικαιολογείται ο πόνος, λέει, θα μου δώσουν εξιτήριο, λέει. Δε με νοιάζει τι δικαιολογείται και τι όχι, απαντώ, εγώ πονάω. Πονάω και δεν πάω πουθενά. Και απαιτώ, κύριοι, απαιτώ. Τόσα χρόνια τα έσκαγα στο ΙΚΑ, σειρά σας τώρα. Ο ασθενής πονάει, τελεία και παύλα. Δουλειά σας είναι να βρείτε πόθεν ο πόνος. Τι θέλετε; Να με βρει και τίποτα ξαφνικό στο σπίτι, το γέρο μαγκούφη και να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι; Αμαρτία είναι. Έτσι που λες. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με κρατάνε και δώσ’ του και τρυπάνε. Μα δε με νοιάζει. Ας τρυπάνε όσο θέλουν, αρκεί να με κρατήσουν εδώ. Με τα θερμόμετρά μας και με τις εξετάσεις μας και με τις ενεσούλες μας. Ό,τι θέλουν ας κάνουν. Ό,τι θέλουν. Εγώ το μας θέλω ν’ ακούω. Το μας.

Πίνακας: Περικλής Πανταζής, Κεφάλι Γέρου

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Του θαλάμου 12



Πλένω σιγά-σιγά κανένα μπλουζάκι, αγοράζω και κα ‘να καλτσόν. Της πήρα και μια φούστα. Όλα κρυφά. Έτσι και το νοιώσει, με σκότωσε. Μα θέλω να ‘μαστε έτοιμοι. Κείνη την ώρα, πού μυαλό γι’ αυτά. Κι ο κόσμος κουβεντιάζει. Μαύρα τα θέλει. Όλα. Όχι μόνο την καρδιά σου. Όλα. Κι αν δεν του τα δώσεις, λέει λόγια. Η πρώτη του κουβέντα συλλυπητήρια κι η δεύτερη, μα δεν είχε μια μαύρη φουστίτσα η χριστιανή; Μα πώς να της το πω; Πώς να της το πω, που όλο ελπίζει πως θα τον δει να σηκώνεται και να φεύγει στα πόδια του από δω μέσα. Πώς να του πω του κοριτσιού μου, πως πάει ο άντρας της και πως με τον κόσμο θα ζήσει από δω κι ύστερα; Και πως αυτός ο κόσμος αποφασισμένα τα έχει τα μέτρα του, χρόνια τώρα, και δεν αλλάζει και κλείνει πόρτες κατάμουτρα έτσι και δεν τα τηρήσεις; Τους νεκρούς πρέπει να τους τιμάμε, λέει ο κόσμος. Και η τιμή της τιμής έχει χρώμα. Μαύρο.

Φωτογραφία: Μαρίτα

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Του θαλάμου 11



Στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί. Στον καθένα. Μια στιγμή σταματά ο νους τ’ ανθρώπου και μπερδεύεται. Κι αντί για φρένο πατάει γκάζι. Και να την η καραμπόλα. Στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί. Ψέματα; Αλλά ψάχνουν αφορμή. Χρόνια τώρα. Είσαι μεγάλος κι είσαι μεγάλος κι είν’ επικίνδυνο. Και τι να κάνω δηλαδή; Να κλειστώ σπίτι, να πίνω χαμομήλι γιατί έτσι κάνουν όλοι; Τ’ αποφάσισαν πως πρέπει να πεθάνω. Γιατί με κουβάλησαν εδώ νομίζεις; Τίποτα δεν έχω, κάτι ψιλά μονάχα. Για να μπω στο κλίμα με κουβάλησαν. Τους βλέπεις τριγύρω; Μυρίζει θάνατο εδώ μέσα. Μα εγώ έχω ζωή μέσα μου ακόμα. Έχω ζωή. Βιάζονται να με πεθάνουν. Με τα χρόνια τον μετράνε το θάνατο αυτοί. Του ’22 είσαι; Πέθανες. Εγώ πάλι το θάνατο τον μετράω με τις φλυτζάνες τα χαμομήλια και τις πόκες της ανημπόριας στους καφενέδες της γειτονιάς. Κι ακόμη δεν ήρθε η ώρα μου. Έτσι πες τους. Στο τιμόνι πάνω θα πεθάνω, πες τους. Και μη με ζορίζουνε πολύ, πες τους, μην τολμήσουν να μου πάρουν τ’ αυτοκίνητο, γιατί δεν το ‘χω σε τίποτα να ξαναμπερδέψω το γκάζι με το φρένο. Κι εκεί να δεις καραμπόλα.

Πίνακας: Κώστας Παπανικολάου, Οδηγός, μικτή τεχνική σε μουσαμά.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Του θαλάμου 10



Εντάξει. Εντάξει, εγώ το έκανα. Και την πορτοκαλάδα εγώ την έχυσα. Και τη ροζ τσίχλα εγώ την κόλλησα στον τοίχο. Και χτες, δε με πιάσατε, σας ξέφυγα, εγώ ήμουν που πέταξα το σακουλάκι στον Β. Χωρίς τα γαριδάκια. Τα γαριδάκια τα είχα σκορπίσει λίγο πριν στον Γ. Βάλτε μου πρόστιμο, λοιπόν. Βάλτε μου πρόστιμο. Που λέρωσα. Που σπίλωσα το λευκό σας. Όλα λευκά πρέπει νά ‘ναι εδώ μέσα, αποφασίσατε. Όλα λευκά. Του τάφου λευκά. Μα ζούμε ακόμη, ξέρετε. Όσο τους περπατάμε τους ατέλειωτους λευκούς διαδρόμους σας, ζούμε ακόμη. Με δεκανίκια, με καροτσάκια, με φορεία, ζούμε ακόμη. Βάλτε μου πρόστιμο, μα εγώ θα το ξανακάνω. Αν προλάβω. Τις Απόκριες θέλω να προλάβω. Να λερώσω με σερπαντίνες και κομφετί τον Δ.

Πίνακας: Λαζόγκας Γιώργος, Σταυρώσεις, μικτή τεχνική σε μουσαμά.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008

Χωρίς σχόλια

Γιατί είναι φορές που θέλεις να ουρλιάξεις και να ξέρουν όλοι πως είναι δικό σου το ουρλιαχτό. Δικό σου και κανενός άλλου. Ούτε κάποιου αφηγητή που σκαρφίστηκες, ούτε κάποιου ρόλου που υποδύθηκες. Όλο δικό σου. Γιατί πονάς για άνθρωπο που χάνεις και που τον βλέπεις να λιώνει μέρα με τη μέρα και να παραδίνεται. Και γιατί γνωρίζεις πως δεν φέρνεις κουκουβάγιες στην Αθήνα, γεμάτη η Αθήνα από παραθύρια με κουκουβάγιες που κρώζουν την απώλεια τις νύχτες. Τι συμβαίνει, γείτονα; Ό,τι και σε σένα. Ό,τι τώρα, ό,τι χτες, ό,τι αύριο. Γίνε πέτρα, γείτονα, γίνε χαράκι, γίνε ουρανός. Χωρίς στόμα. Μόνο αυτιά έχε. Κι άσε με να ουρλιάζω. Χωρίς σχόλια.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Του θαλάμου 9



Θα πετάξω. Θα πετάξω, ψέλλιζε, όταν τον βρήκαμε. Αφήστε με να πετάξω. Τι να πετάξει, που ήταν χάλια. Παγωμένος ως το κόκκαλο. Εκείνος, εκεί. Και στο φορείο ακόμη, θα πετάξω και θα πετάξω. Μα τη σακούλα από το χέρι του, δεν την άφηνε. Όλο παλιόχαρτα. Ο θυρωρός, που τον βρήκε κι ειδοποίησε, είπε πως ποτέ του δεν πετούσε τίποτα. Και πως στο σπίτι του δε χωράς να μπεις, τίγκα πράγματα, όλα άχρηστα. Τα λυπόταν ο παππούς, λέει, η ζωή του ήταν, λέει. Κι όλο το αποφάσιζε να τα πετάξει, κι όλο δεν του ‘κανε καρδιά, λέει. Και χθες έτσι την πάτησε, μάλλον. Στο παζάρεμα πλάι στον κάδο. Θα πετούσε και θα πετούσε όλη νύχτα φαίνεται. Δεν υπολόγισε το χιονιά. Τη βγάζει δεν τη βγάζει. Τι να πω; Μακάρι να τη βγάλει καθαρή. Να μάθει πως επιτέλους κατάφερε να πετάξει. Τον εαυτό του.

Πίνακας: Σαράντης Καραβούζης, Σύνθεση, λάδι σε μουσαμά

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 8



Σού ‘φερα αλογάκι. Πλαστικό. Να, εδώ θα το ακουμπήσω, να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Τώρα θα μου πεις, στα κορίτσια φέρνουν δώρο αλογάκια; Φέρνουν. Όταν σου λέει ο μαγαζάτορας, ήρθατε αργά κυρία μου, μας τελείωσαν οι κούκλες, μόνο αλογάκια έχουμε. Έτσι δεν είναι; Κι εσύ θα ήθελες να πάρεις τουλάχιστον το ξύλινο, αλλά τα χρήματα δε σε φτάνουν. Έτσι δεν είναι; Και το τυλίγεις όμορφα και το αφήνεις στο προσκεφάλι της κόρης σου, τάχα το έφερε ο Άη Βασίλης, με καθυστέρηση ημέρες τρεις. Και σκίζεται η καρδιά σου, που τη βλέπεις να ψελλίζει ευχαριστώ για να μη σε κακοκαρδίσει και παρακαλάς άλλο δώρο να μπορούσες να της φέρεις. Έτσι δεν είναι; Μη. Μη μιλάς εσύ, δεν κάνει να κουράζεσαι, εγώ θα μιλώ. Έτσι είναι. Δεν το ήξερα τότε, αλλά έτσι είναι. Έφταιγε που ήσουν πάλι στο νοσοκομείο, έτσι δεν είναι; Γι αυτό καθυστέρησε ο Άη-Βασίλης ημέρες τρεις. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Τότε δεν ήξερα. Και σε πίκρανα. Μα τώρα ξέρω. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Για σένα. Να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Και για τον Άη-Βασίλη, που του κρατούσα μούτρα τόσα χρόνια η ανόητη. Του έγραψα χτες ξανά. Να σταθείς πάλι στα πόδια σου. Κι αν σε ρωτήσουν για το άλογο οι γιατροί, η κόρη μου το έφερε να πεις. Κι όχι γιατί δεν μπόρεσε να μου πάρει κάτι άλλο, αλλά από συγνώμη κι αγάπη κι ευγνωμοσύνη, να πεις. Γιατί μεγάλωσε πια η κόρη μου και ξέρει. Μάνα είναι ένα αλογάκι πλαστικό στο προσκεφάλι, με καθυστέρηση ημέρες τρεις.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2007

Της αγάπης *

Στων ματιών μου τις κόγχες καρφώθηκε η νύχτα, είπες. Και μάζεψα ένα-ένα τ’ άστρα και την κέντησα ξανά να δεις. Κι είδες στα χέρια μου πληγές απ’ το βελόνι κι είπες. Πόσο φρικιαστικό το θέαμα είναι. Κι έπιασα τα χέρια μου και τα ‘κοψα, να μην τα βλέπεις πια και σε τρομάζουν...


* Παλιά ανάρτηση (23-3-2007). Τότε, με τίτλο Η Αφροδίτη της Μήλου. Σήμερα αλλιώς. Για να ταιριάζει.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 7



Λέξη μη βγάλεις. Εγώ μιλάω τώρα. Σε μια νυχτιά την ξέσκισα κουρέλια τη ζωή μου. Πάνε έξι μήνες, το θυμάσαι; Έκλαιγα, καταριόμουν κι έσκιζα. Ό,τι είχα και δεν είχα, όλα τα ξέσκισα. Όλα. Τ’ άλλο πρωί σηκώθηκα, κοίταξα τα κομμάτια κι είπα φτάνει. Έκατσα. Κι αταίριαστα ταιριάζοντας τα σκόρπια κουρελάκια, την ξανάραψα. Ταιριάζοντας τ’ αταίριαστα. Ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά μ’ άρεσε, εδώ, ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά το ήθελα, εκεί, κι ακόμη ένα, που δεν έπρεπε αλλά ποιος νοιάζεται, παρέκει. Κι έτσι, απρόσεκτα ταιριάζοντας τα λάθος χρώματα -ποιος ο βρεγμένος που φοβάται τη βροχή- νά σου την πολύχρωμη η κουρελού μου κι ατίθαση, φτιαγμένη απ’ την αρχή. Για το τέλος. Έξι μήνες. Έτσι είχες πει. Και τώρα, έκανα λάθος, λες, έκανα λάθος, δεν είναι αυτό το τέλος, έχεις ζωή μπροστά σου. Ποια ζωή; Αυτή που ξέσκισα; Έκανες λάθος, λες. Και περιμένεις να χαρώ. Και να γυρίσω σπίτι. Με την κουρελού μου παραμάσχαλα. Και πώς στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει σπίτι μου, πια, η κουρελού, γιατρέ; Και πού στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει οπουδήποτε πια; Το σπίτι μου είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητο. Όλων σας τα σπίτια είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητα. Ποια πόρτα να χτυπήσω και ποιος να τη δεχτεί; Γι αυτό σου λέω. Δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εδώ θα μείνει. Στο γενέθλιό της τόπο. Και μην τολμήσεις να μου πεις πως δεν ταιριάζει ούτε κι εδώ. Μια χαρά ταιριάζει εδώ. Ασορτί. Με τις λάθος διαγνώσεις σας.

Πίνακας: Βασίλειος Γερμενής, Το Ράψιμο, λάδι σε μουσαμά.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

Άνθρωποι προπαντός



Συγγνώμη, θα της έλεγε, δε σε χρειάζομαι άλλο πια, βρήκα άλλη. Έτσι θα της έλεγε. Ορθά-κοφτά. Την αλήθεια. Είχε γεράσει πια δεν έκανε για τη δουλειά. Χάρη της έκανε που δεν της έλεγε πως είχε γεράσει, έτσι δεν είναι; Έτσι. Ή μάλλον όχι. Μπορεί να τη θύμωνε πολύ αυτό το ορθά κοφτά και να προκαλούσε φασαρίες. Όχι έτσι. Πιο μαλακά. Συγγνώμη, θα της έλεγε, θα λείψω τούτο το Σάββατο, μην έρθεις σπίτι. Αν μπορέσω το άλλο, θα σου τηλεφωνήσω. Έτσι θα της έλεγε, και θα το πήγαινε από Σάββατο σε Σάββατο κι από αναβολή σε αναβολή, ελπίζοντας να φύγει εκείνη πρώτη. Αν όμως επέμενε; Η αλήθεια είναι πως ήταν ικανή να επιμείνει, πάντα ήταν εκεί όταν τη χρειαζόταν. Όχι, έπρεπε να τελειώνει μια και καλή. Να ξέρει κι εκείνη, να κανονίσει την πορεία της. Όλα κι όλα, προπαντός άνθρωποι να είμαστε, σ’ αυτά τα Σάββατα στήριζε η γυναίκα τη ζωή της. Προπαντός άνθρωποι. Συγγνώμη, θα της έλεγε, τα φέρνω δύσκολα οικονομικά τον τελευταίο καιρό, δεν μπορώ να σε πληρώνω. Καλύτερο αυτό, γιατί τι θα έκανε, θα το έπαιρνε απόφαση. Αλλά και πάλι μπορεί να μάθαινε πως έφερε άλλη γυναίκα σπίτι τούτο το Σάββατο και να θύμωνε χειρότερα που την κορόιδεψε. Άλλον τρόπο έπρεπε να βρει. Άλλον. Οπωσδήποτε. Αυτό το τι μου τη χάρισες αυτήν την ταμπακέρα βλέμμα, δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Άλλον τρόπο. Ίσως…ναι. Ναι, θα μπορούσε. Δυναμικά θα το αντιμετώπιζε, δυναμικά. Άκου να δεις, θα της έλεγε, φέρε πίσω το δαχτυλίδι που βούτηξες, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα, ακούς; Βρωμιάρηδες, θα της έλεγε, που σας βάλαμε στα σπίτια μας και σας κάναμε ανθρώπους κι έχετε κατακλέψει τον κόσμο. Κι ένας θεός ξέρει τι έχεις σουφρώσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν είχα πάρει είδηση. Παλιοαλβανοί, ε παλιοαλβανοί! Το καλό που σου θέλω, θα της έλεγε, το καλό που σου θέλω, να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου. Έτσι θα της έλεγε. Κι αν επέμενε, θα έβρισκε και δυο τρεις συνελληνίδες γειτόνισσες να βεβαιώσουν του λόγου το αναληθές. Ποιος θα την πίστευε εκείνη; Ο λόγος της κι ο λόγος μας. Μα δε θα χρειαζόταν, όχι. Δε θα επέμενε. Χαρτιά δεν είχε, θα φοβόταν να το τραβήξει το πράγμα. Ναι, έτσι θα της έλεγε. Εκείνη θ’ αναγκαζόταν να ψάξει γι’ άλλη δουλειά κι αυτή θα ξεμπέρδευε μια και καλή. Ούτε βλέμματα, ούτε ΙΚΑ, ούτε φασαρίες. Και προπαντός άνθρωποι.

Πίνακας: Ονορέ Ντωμιέ, Το βάρος (Η πλύστρα).