Τρίτη, 10 Απριλίου 2007

Στο Μπιζάνι μπι μπι μπι...

Ψαρά μαλλιά, γαλάζια μάτια, το παντελόνι ανασηκωμένο, ποτέ κάλτσες, το πουκάμισο ξέζωστο αιωνίως, τον άκουγα να τραγουδάει κάθε που πήγαινα στο χωριό, Στα Πεστά και στο Μπιζάνι, μπι μπι μπι, τα κανόνια ήταν το μπι, εφτά μπι ήταν, τα μετρούσα κάθε φορά, κόβω αρκετά για την οικονομία του πράγματος, μάνα μου τι κρύο κάνει, μπι μπι μπι πέφτουν τα κανόνια, συνέχιζε, πέφτουν τα κανόνια, Ένα γράμμα θε να γράψω, μπι μπι μπι, τα κανόνια κατάλαβες, έπεφταν τα κανόνια, εξηγούσε, και τους φίλους μου να κλάψω μπι μπι μπι κι εκεί ράγιζε η φωνή του και ποτέ δεν απόσωσα να μάθω το τραγούδι, όλο σ’ εκείνο το μπι των κανονιών που πέφτουν μετά το γράμμα στους φίλους σταματούσε, παρακάτω δεν είχε, κοίταζα τα μπλε του μάτια μα εκείνα κοίταζαν αλλού, καρφωμένα ένας θεός ξέρει πού, λες κι αποσυρόταν, αποσυρόταν ναι, τη βρήκα εύστοχη τη λέξη μεγαλώνοντας, αποσυρόταν σ’ ένα κόσμο έπους και δακρύων, σ’ ένα κόσμο ολότελα δικό του, σ’ ένα κόσμο από μπι μπι μπι κανόνια που πέφτουν κι από φίλους που κλαίνε για τους φίλους και μας έκλεινε όλους απ’ έξω, ο θείος μου, ο αδελφός του παππού μου, ο Κωτσοζήκος, πάει να πει ο Κώστας, του Ζήκου ο γιος.

Όλο το χωριό τον κορόιδευε τον αλαφροΐσκιωτο που δεν παντρεύτηκε ποτέ του, σαλεμένος ήταν ο έρμος, τον έπαιρναν τα παιδιά στο κατόπι φωνάζοντας μπι μπι μπι, γύριζε τα αγριοκοίταζε, πέφτουν τα κανόνια διευκρίνιζαν τα παιδιά, δάκρυζε εκείνος μαλακωμένος, γελούσαν τα παιδιά, δάκρυζε εκείνος, πέφτουν τα κανόνια μπι μπι μπι, έστρεφε την πλάτη κι έφευγε, δεν τα πείραξε ποτέ, ο Κωτσοζήκος τούτο, ο Κωτσοζήκος τ’ άλλο, πηγαινοέρχονταν οι ιστορίες για τον τρελό στα στόματα των χωριανών με γέλια, τι έχει, ρωτούσα, πώς το έπαθε, ποιος ξέρει, κανείς δεν ήξερε να πει, δεν ήταν πάντα έτσι, πότε το έπαθε, κανείς δε θυμόταν, μεγάλωσα χωρίς να μάθω ποιος ήταν ο κρίκος που τον ένωνε με το Μπιζάνι, με το γράμμα, με τα κανόνια που έπεφταν, κρίμα από μια άποψη, γιατί εκείνο το μπι μπι μπι, ποτέ από το μυαλό μου δεν έφυγε, τελευταία μάλιστα σα να ακούω κι εγώ κανόνια να πέφτουν μπι μπι μπι και φοβάμαι, μπι μπι μπι, φοβάμαι γιατί αποσύρομαι κι εγώ, φοβάμαι γιατί ήταν θείος μου από παππού ο Κωτσοζήκος, μπι μπι μπι και είναι κι αυτό το θέμα της κληρονομικότητας που με απασχολεί μπι μπι μπι, φοβάμαι που ακούω κανόνια να πέφτουν, μπι μπι μπι, φοβάμαι που πληθαίνουν, μπι μπι μπι, φοβάμαι και γράφω γράμματα στους φίλους μου μπι μπι μπι για να κλάψω μπι μπι μπι, εγώ το εγγονανήψι του Κωτσοζήκου, μπι μπι μπι, εγώ ο Γιωργοζήκος, μπι μπι μπι, ο Γιωργοζήκος, πάει να πει ο Γιώργος, του Ζήκου ο γιος.
(Ο πίνακας "το Μπιζάνι" είναι της Θάλειας Φλωρά Καραβία)

3 σχόλια:

aeipote είπε...

Όμορφο [και τρυφερό]!

Καλό απόγευμα

Λίτσα είπε...

Έξοχο είναι. Με μια αναπνοή διαβάζεται - πιασμένη όμως.

Τίποτα είπε...

Αείποτε, Λίτσα, να είστε καλά:)