Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 8



Σού ‘φερα αλογάκι. Πλαστικό. Να, εδώ θα το ακουμπήσω, να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Τώρα θα μου πεις, στα κορίτσια φέρνουν δώρο αλογάκια; Φέρνουν. Όταν σου λέει ο μαγαζάτορας, ήρθατε αργά κυρία μου, μας τελείωσαν οι κούκλες, μόνο αλογάκια έχουμε. Έτσι δεν είναι; Κι εσύ θα ήθελες να πάρεις τουλάχιστον το ξύλινο, αλλά τα χρήματα δε σε φτάνουν. Έτσι δεν είναι; Και το τυλίγεις όμορφα και το αφήνεις στο προσκεφάλι της κόρης σου, τάχα το έφερε ο Άη Βασίλης, με καθυστέρηση ημέρες τρεις. Και σκίζεται η καρδιά σου, που τη βλέπεις να ψελλίζει ευχαριστώ για να μη σε κακοκαρδίσει και παρακαλάς άλλο δώρο να μπορούσες να της φέρεις. Έτσι δεν είναι; Μη. Μη μιλάς εσύ, δεν κάνει να κουράζεσαι, εγώ θα μιλώ. Έτσι είναι. Δεν το ήξερα τότε, αλλά έτσι είναι. Έφταιγε που ήσουν πάλι στο νοσοκομείο, έτσι δεν είναι; Γι αυτό καθυστέρησε ο Άη-Βασίλης ημέρες τρεις. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Τότε δεν ήξερα. Και σε πίκρανα. Μα τώρα ξέρω. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Για σένα. Να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Και για τον Άη-Βασίλη, που του κρατούσα μούτρα τόσα χρόνια η ανόητη. Του έγραψα χτες ξανά. Να σταθείς πάλι στα πόδια σου. Κι αν σε ρωτήσουν για το άλογο οι γιατροί, η κόρη μου το έφερε να πεις. Κι όχι γιατί δεν μπόρεσε να μου πάρει κάτι άλλο, αλλά από συγνώμη κι αγάπη κι ευγνωμοσύνη, να πεις. Γιατί μεγάλωσε πια η κόρη μου και ξέρει. Μάνα είναι ένα αλογάκι πλαστικό στο προσκεφάλι, με καθυστέρηση ημέρες τρεις.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2007

Της αγάπης *

Στων ματιών μου τις κόγχες καρφώθηκε η νύχτα, είπες. Και μάζεψα ένα-ένα τ’ άστρα και την κέντησα ξανά να δεις. Κι είδες στα χέρια μου πληγές απ’ το βελόνι κι είπες. Πόσο φρικιαστικό το θέαμα είναι. Κι έπιασα τα χέρια μου και τα ‘κοψα, να μην τα βλέπεις πια και σε τρομάζουν...


* Παλιά ανάρτηση (23-3-2007). Τότε, με τίτλο Η Αφροδίτη της Μήλου. Σήμερα αλλιώς. Για να ταιριάζει.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 7



Λέξη μη βγάλεις. Εγώ μιλάω τώρα. Σε μια νυχτιά την ξέσκισα κουρέλια τη ζωή μου. Πάνε έξι μήνες, το θυμάσαι; Έκλαιγα, καταριόμουν κι έσκιζα. Ό,τι είχα και δεν είχα, όλα τα ξέσκισα. Όλα. Τ’ άλλο πρωί σηκώθηκα, κοίταξα τα κομμάτια κι είπα φτάνει. Έκατσα. Κι αταίριαστα ταιριάζοντας τα σκόρπια κουρελάκια, την ξανάραψα. Ταιριάζοντας τ’ αταίριαστα. Ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά μ’ άρεσε, εδώ, ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά το ήθελα, εκεί, κι ακόμη ένα, που δεν έπρεπε αλλά ποιος νοιάζεται, παρέκει. Κι έτσι, απρόσεκτα ταιριάζοντας τα λάθος χρώματα -ποιος ο βρεγμένος που φοβάται τη βροχή- νά σου την πολύχρωμη η κουρελού μου κι ατίθαση, φτιαγμένη απ’ την αρχή. Για το τέλος. Έξι μήνες. Έτσι είχες πει. Και τώρα, έκανα λάθος, λες, έκανα λάθος, δεν είναι αυτό το τέλος, έχεις ζωή μπροστά σου. Ποια ζωή; Αυτή που ξέσκισα; Έκανες λάθος, λες. Και περιμένεις να χαρώ. Και να γυρίσω σπίτι. Με την κουρελού μου παραμάσχαλα. Και πώς στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει σπίτι μου, πια, η κουρελού, γιατρέ; Και πού στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει οπουδήποτε πια; Το σπίτι μου είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητο. Όλων σας τα σπίτια είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητα. Ποια πόρτα να χτυπήσω και ποιος να τη δεχτεί; Γι αυτό σου λέω. Δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εδώ θα μείνει. Στο γενέθλιό της τόπο. Και μην τολμήσεις να μου πεις πως δεν ταιριάζει ούτε κι εδώ. Μια χαρά ταιριάζει εδώ. Ασορτί. Με τις λάθος διαγνώσεις σας.

Πίνακας: Βασίλειος Γερμενής, Το Ράψιμο, λάδι σε μουσαμά.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

Άνθρωποι προπαντός



Συγγνώμη, θα της έλεγε, δε σε χρειάζομαι άλλο πια, βρήκα άλλη. Έτσι θα της έλεγε. Ορθά-κοφτά. Την αλήθεια. Είχε γεράσει πια δεν έκανε για τη δουλειά. Χάρη της έκανε που δεν της έλεγε πως είχε γεράσει, έτσι δεν είναι; Έτσι. Ή μάλλον όχι. Μπορεί να τη θύμωνε πολύ αυτό το ορθά κοφτά και να προκαλούσε φασαρίες. Όχι έτσι. Πιο μαλακά. Συγγνώμη, θα της έλεγε, θα λείψω τούτο το Σάββατο, μην έρθεις σπίτι. Αν μπορέσω το άλλο, θα σου τηλεφωνήσω. Έτσι θα της έλεγε, και θα το πήγαινε από Σάββατο σε Σάββατο κι από αναβολή σε αναβολή, ελπίζοντας να φύγει εκείνη πρώτη. Αν όμως επέμενε; Η αλήθεια είναι πως ήταν ικανή να επιμείνει, πάντα ήταν εκεί όταν τη χρειαζόταν. Όχι, έπρεπε να τελειώνει μια και καλή. Να ξέρει κι εκείνη, να κανονίσει την πορεία της. Όλα κι όλα, προπαντός άνθρωποι να είμαστε, σ’ αυτά τα Σάββατα στήριζε η γυναίκα τη ζωή της. Προπαντός άνθρωποι. Συγγνώμη, θα της έλεγε, τα φέρνω δύσκολα οικονομικά τον τελευταίο καιρό, δεν μπορώ να σε πληρώνω. Καλύτερο αυτό, γιατί τι θα έκανε, θα το έπαιρνε απόφαση. Αλλά και πάλι μπορεί να μάθαινε πως έφερε άλλη γυναίκα σπίτι τούτο το Σάββατο και να θύμωνε χειρότερα που την κορόιδεψε. Άλλον τρόπο έπρεπε να βρει. Άλλον. Οπωσδήποτε. Αυτό το τι μου τη χάρισες αυτήν την ταμπακέρα βλέμμα, δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Άλλον τρόπο. Ίσως…ναι. Ναι, θα μπορούσε. Δυναμικά θα το αντιμετώπιζε, δυναμικά. Άκου να δεις, θα της έλεγε, φέρε πίσω το δαχτυλίδι που βούτηξες, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα, ακούς; Βρωμιάρηδες, θα της έλεγε, που σας βάλαμε στα σπίτια μας και σας κάναμε ανθρώπους κι έχετε κατακλέψει τον κόσμο. Κι ένας θεός ξέρει τι έχεις σουφρώσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν είχα πάρει είδηση. Παλιοαλβανοί, ε παλιοαλβανοί! Το καλό που σου θέλω, θα της έλεγε, το καλό που σου θέλω, να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου. Έτσι θα της έλεγε. Κι αν επέμενε, θα έβρισκε και δυο τρεις συνελληνίδες γειτόνισσες να βεβαιώσουν του λόγου το αναληθές. Ποιος θα την πίστευε εκείνη; Ο λόγος της κι ο λόγος μας. Μα δε θα χρειαζόταν, όχι. Δε θα επέμενε. Χαρτιά δεν είχε, θα φοβόταν να το τραβήξει το πράγμα. Ναι, έτσι θα της έλεγε. Εκείνη θ’ αναγκαζόταν να ψάξει γι’ άλλη δουλειά κι αυτή θα ξεμπέρδευε μια και καλή. Ούτε βλέμματα, ούτε ΙΚΑ, ούτε φασαρίες. Και προπαντός άνθρωποι.

Πίνακας: Ονορέ Ντωμιέ, Το βάρος (Η πλύστρα).

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 6




Βλάκες! Βλάκες! Ποιος σας είπε πως ήθελα να προλάβετε, ε; Ποιος σας το ‘πε; Στέκεστε όλοι πάνω μου και συχαρίκια δίνετε ο ένας σας στον άλλον. Που προλάβατε. Και τώρα, υποθέτω, ευχαριστώ πρέπει να πω κι ευγνωμοσύνη να ‘χω. Γιατί προλάβατε. Α, πώς με πνίγει αυτή η ανθρωπιά σας! Πώς την αλήθεια την καρφώνει στο λαιμό μου! Και δε φωνάζω, όχι, γιατί φριχτή αγένεια η αλήθεια μου στα μάτια σας θα φάνταζε. Και αγενής ποτέ δεν ήμουν. Ανάξιος μόνο. Στη ζωή. Και στο θάνατο. Κι όμως, λίγο ακόμη. Λίγο ακόμη ήθελα να προλάβω. Εσάς τους σπλαχνικούς. Εσάς, που ανακατεύεστε εκεί που δε σας σπέρνουν. Εσάς. Που με προλάβατε.

Πίνακας: Αχιλλέα Χρηστίδη, Απόδραση, 1992, λάδι σε μουσαμά

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 5



Δεν ξέρω πώς έγινε. Εγώ να χορέψω ήθελα. Τίποτα άλλο. Να χορέψω. Και ένα και δύο και τρία και…blaunen Donau. Χόρευα πολύ, παλιά. Πολύ παλιά. Με άλλον. Τώρα έχω χρόνια να χορέψω. Με άλλον. Μόνη μου όμως, πολύ. Και ένα και δύο και τρία και blaunen Donau. Δε στο είχα πει, ε; Χορεύω και μόνη μου, ναι. Παίρνω την καρέκλα και ένα και δύο και τρία, χορεύω. Μακριά απ’ τον καθρέφτη χορεύω. Τον αποφεύγω τον καθρέφτη. Χθες, δεν ξέρω τι έγινε. Δεν πρόσεξα, μάλλον. Το παράκανα, μάλλον. Και ένα και δύο και τρία και blaunen Donau. Παρασύρθηκα. Βρέθηκα μπροστά του και με είδα. Με την καρέκλα στο χέρι. Όρμησε ο Δούναβης και με ξέβρασε στο πάτωμα, σπασμένα γυαλιά και πάνω τους εγώ, αμέτρητα γυαλιά και πάνω σε όλα εγώ, με μια καρέκλα στο χέρι. Με μια καρέκλα στο χέρι. Στα σπασμένα γυαλιά. Άρπαξα ένα, το κράτησα σφιχτά, αγαπησιάρικα το κράτησα και συνέχισα να χορεύω σχηματίζοντας και ένα και δύο και τρία τα βύματα του Δούναβη. Blaunen Donau. Στο χέρι μου.

Πίνακας: Κυριάκος Κατζουράκης, Χωρίς Τίτλο, λάδι σε κόντρα πλακέ.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 4



Φύγε, μάνα! Μη με κοιτάζεις έτσι. Φύγε. Δεν πονάω σου λέω, είμαι καλά, τι άλλο θέλεις; Φύγε και μην ανησυχείς. Άλλη φορά θα προσέχω. Ούτε που ξέρω πώς κουτρουβαλιάστηκα στις σκάλες. Νερό κατέβηκα να πιω, σκοτάδι, παραπάτησα. Άλλη φορά θα προσέχω. Θα γιάνει το πλευρό, είπανε. Φύγε, τα παιδιά θα γυρίσουν όπου να ‘ναι, να βρουν κάποιον στο σπίτι, ο πατέρας τους στη δουλειά. Είμαι καλά, πες. Να μην έρθουν να με δουν, πες, δε χρειάζεται να με δουν έτσι, όχι, αυτό μην τους το πεις, δεν επιτρέπονται οι επισκέψεις, πες, δε χρειάζομαι τίποτα να τους πεις. Τίποτα δε χρειάζομαι. Και πάψε να με κοιτάζεις. Όλα καλά είναι. Κι εγώ καλά είμαι. Και το μάτι μου θα γιάνει. Δεν ξέρω πώς χτύπησε αυτό. Στο κάγκελο της σκάλας, μάλλον. Όχι, δεν πονάει, φύγε. Φύγε, μάνα, φύγε σου λέω, και μη με κοιτάζεις. Μη με παιδεύεις, σ’ εξορκίζω, φύγε. Φύγε, μάνα. Φύγε. Φύγε, όπως έπρεπε να φύγεις και τότε που σε παρακαλούσα να μείνεις, θυμάσαι; Θυμάσαι; Είχες μαζέψει τα ρούχα σου να φύγεις, αποφασισμένο το ‘χες, και στεκόμουν δίπλα στο σάκο, μια χαψιά μπροστά στο σάκο κι έκλαιγα και παρακαλούσα, μη φύγεις μάνα, έλεγα, μη φύγεις. Κι έκλαιγες κι εσύ. Κι εσύ σε κάποιο κάγκελο είχες χτυπήσει την προηγούμενη νύχτα, θυμάσαι; Σε παρακαλούσα να μη φύγεις και δεν έφυγες. Κι εγώ έπαψα να κλαίω. Εσύ δεν έπαψες. Θυμάσαι; Εγώ το θυμάμαι καλά. Πιο πολύ τώρα το θυμάμαι. Όσο περνούν τα χρόνια, το θυμάμαι. Σε παρακάλεσα να μη φύγεις και δεν έφυγες. Για μένα δεν έφυγες. Έπρεπε να φύγεις, μάνα, τότε, δεν έπρεπε να με ακούσεις τότε, συγχώρα με που στο ζήτησα, εγωιστικά φέρθηκα μα δεν ήξερα, δεν ήξερα τότε, έπρεπε να φύγεις. Δεν ήξερα τότε. Μα τώρα φύγε. Εσύ μπορείς να φύγεις, εγώ δεν μπορώ. Φύγε, τούτη τη φορά μάνα, και μη με κοιτάζεις έτσι, σε ικετεύω. Και πάψε να ρωτάς, δεν το αντέχω. Πάψε να ρωτάς. Και φύγε.

Πίνακας: Νίκος Νικολάου, Κεφαλή

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 3 και κάτι



Καλά τα πήγαινα, καλά. Κι όλα τα λόγια πού ‘πρεπε του τά ‘χα ειπωμένα. Πως η ζωή δε χάνεται, επέμενα. Πως όλα μια συνήθεια είναι. Και κείνος κοίταζε τα μάτια μου, να δει αν είναι αλήθεια όσα λέω. Δασκαλεμένα ώρες πριν αυτά, στο ύψος τους σταθήκαν, δε με δώσαν. Τότε αυτός χαλάρωσε, φαίνεται πως τα λόγια μου κάπως τον ηρεμήσαν, έγειρε πίσω κι έκανε το χέρι του να ξύσει. Το χέρι του; Ποιο χέρι του; Συνάντησε αέρα. Και πάλι πανικόβλητος γύρισε προς τα μένα. Κι ανάθεμά με, τά ‘χασα. Δεν το ‘χα στο σενάριο το ξύσιμο. Ποιος τον παλεύει τέτοιον αυτοσχεδιασμό; Πιαστήκανε τα μάτια μου αδιάβαστα, στο ανύπαρκτό του χέρι καρφωμένα. Κι όσο κι αν πάσχιζα αλλού να τα γυρίσω, αυτά εκεί. Ξεστράτιζαν και βούρκωναν κι αρχίσανε αλήθειες να ξερνάνε. Πόσο λυπάμαι για τη ζωή του που έχασε, είπαν. Και πόσο πολύ χαίρομαι που δεν είμαι στη θέση του, είπαν. Κι ότι παρακαλώ τη γη ν’ ανοίξει να με καταπιεί του είπαν, δεν το ‘κρύψαν. Όλα τα είπαν, όλα. Κι αυτός κοιτούσε αμίλητος τα μάτια που μιλούσαν. Τύψεις γεμάτος για το χρέος που δεν έκανα, σηκώθηκα και έφυγα. Αέρας έγινα. Τύψεις γεμάτος. Μα τι τα θες; Όσο τα πόδια μου κατάπιναν διάδρομο, το ένα μου χέρι άρρωστα ψαχούλευε τον ώμο, θέλοντας να σιγουρευτεί πως τ’ άλλο ήταν εκεί.

Πίνακας: Ευαγγελία Πίτσου, άτιτλο

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007

Του θαλάμου 3



Και πήγανε οι πρόβες μου χαμένες. Όλα κανονισμένα τα είχα. Τα μάτια καρφωμένα στα μάτια του. Μόνο. Και τα λόγια και οι παύσεις προβαρισμένα κι αυτά στην εντέλεια. Όλα στη θέση τους. Κι όλα καλά. Κι έφτασε ένα ξύσιμο να τα τινάξει όλα στον αέρα. Ανέτοιμο με τσάκωσε ο αυτοσχεδιασμός του. Δεν το ‘χα στο σενάριο αυτό. Τα μάτια μου αδοκίμαστα παρά τις δοκιμές βρεθήκανε κι αμέσως ξεστρατίσανε κι άρχισαν να ξερνάνε. Οι προδότες. Πόσο πολύ λυπάμαι, που έχασε τη ζωή του, λένε. Και πόσο χαίρομαι που δεν είμαι στη θέση του, λένε. Και πόση ανακούφιση νοιώθω, που δεν είναι κανείς απέναντί μου, να προσπαθεί να με πείσει πως τίποτα δεν άλλαξε, λένε. Όλα τα λένε κι όλα τα κατάλαβε και πήγαν τόσες πρόβες στράφι. Για ένα ξύσιμο. Και τώρα τι να πω, που περιμένει να μιλήσω; Να πω τι για να γεμίσω το κενό; Και πώς με λόγια τα μάτια μου να βγάλω ψεύτες; Είναι κι εκείνος ο ορός που σιγοστάζει. Με εμποδίζει να συγκεντρωθώ. Δεν έχει ο θάλαμος υποβολέα; Κανείς δεν είναι να με διώξει από δω; Αμέσως πρέπει. Τώρα. Προτού τα μάτια μου μιλήσουν για το χέρι μου και πόσο τυχερός είμαι που το ‘χω. Κι ας με τρώει.

Πίνακας: Ευαγγελία Πίτσου, άτιτλο

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Του θαλάμου 2



Δυο ζιπουνάκια, τρεις πάνες κι ένα φυλαχτό. Μ’ αυτά ήρθα. Και μ’ αυτά φεύγω. Δυο ζιπουνάκια, τρεις πάνες κι ένα φυλαχτό. Και με δυο χέρια άδεια ήρθα κι ένα στήθος βαρύ. Και μ’ αυτά φεύγω. Με δυο χέρια άδεια κι ένα στήθος βαρύ. Γιατί στόμα να το βυζάξει, ο Θεός σου δεν μ’ άφησε να έχω. Το χρειάστηκε, λες. Το δικό μου το παιδί το χρειάστηκε ο Θεός σου, λες. Και καλά που πρόλαβες και μεσολάβησες και το ‘σωσες από την αμαρτία, λες. Που ανάσανε. Μια ανάσα, δυο ανάσες, τρεις. Αμαρτίες. Κι ύστερα τίποτα. Και πως είναι αγγελούδι τώρα, λες. Τώρα. Γιατί προλάβατε και το βαφτίσατε, λες. Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, το παιδί μου πέθαινε κι εσύ στρατολογούσες αγγελούδια. Υποκριτές. Κι εσύ κι ο Θεός σου. Έχε χάρη. Έχε χάρη που δεν ένοιωθα τι κάνανε πίσω από την πλάτη μου. Μα τώρα μάζεψέ τα και φύγε. Κι έχε χάρη. Έχε χάρη που πέθανα κι εγώ μαζί και δεν έχω δύναμη ούτε να φτύσω. Παρηγοριές δε θέλω. Δυο ζιπουνάκια, τρεις πάνες κι ένα φυλαχτό. Μ΄ αυτά ήρθα, μ’ αυτά θα φύγω. Πιπίλα δε χρειάζομαι.

Πίνακας: Γιάννης Μόραλης

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2007

Του θαλάμου



Έλα πιο κοντά, δεν μπορώ να μιλάω δυνατά, δεν είμαι καλά σήμερα. Κι ύστερα όπου να ναι θα ‘ρθει, έχει πάει να τηλεφωνήσει. Τώρα που ‘μαστε μόνες, άκουσέ με. Άκουσέ με. Μπροστά τους παριστάνει την καλή μα, σα φεύγουν, με παιδεύει. Με παιδεύει και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Ανήμπορη. Κι εκείνες να ρωτάνε. Σου φέρεται καλά η γυναίκα, μάνα; Όχι, ουρλιάζω, όχι, μπροστά σας είναι όλο γλύκες κι όταν φεύγετε, μ’ αφήνει και κατουριέμαι πάνω μου. Με σιχαίνεται, θα με σκοτώσει αυτή να το ξέρετε. Και κοιτάζονται. Νομίζουν πως τα έχω χαμένα. Κι εκείνη το νομίζει κι εσύ το νομίζεις, μη νομίζεις πως δεν το ξέρω. Το νοιώθω που με κοιτάς περίεργα. Να με πάρεις, Θέ μου, να με πάρεις. Τώρα να με πάρεις. Τι να το κάνω που ζω, όταν εσείς δε με πιστεύετε, ε; Τι είναι ο άνθρωπος, όταν δεν τον πιστεύουν, ε; Πέτρα είναι. Πέτρα. Έπαψα πια να λέω. Τρελή με ανεβάζετε, τρελή με κατεβάζετε κι άλλο δεν αντέχω. Πονάω, της λέω, πες στη νοσοκόμα να μου δώσει κάτι να φύγει ο πόνος, δεν πονάς, απαντάει και γυρίζει από την άλλη. Διψώ, της λέω, διψώ, δε διψάς, απαντάει. Ανέβασέ μου λίγο το μαξιλάρι, πιάστηκα, στράβωσε η πλάτη μου, μια χαρά είναι το μαξιλάρι στη θέση του, απαντάει, τ’ αφήνει εκεί. Πέτρα το μαξιλάρι στην πλάτη μου. Πέτρα κι εγώ. Στην πλάτη τους. Κουράστηκα να με κουβαλάνε. Κουράστηκα να τις κουράζω. Τις άκουσα που μίλαγαν με τους γιατρούς το πρωί. Έκανα πως κοιμόμουν. Ξανακύλησε, είπαν. Κλαίγανε. Εγώ μιλιά. Για άλλη μάνα κλαίγανε, όχι για μένα. Γι’ αυτό που ήμουν κλαίγανε. Όχι για την πέτρα. Τις πέτρες δεν τις κλαίνε. Παρακαλάνε μόνο. Να κυλήσουν.

Πίνακας: Francisco José de Goya y Lucientes, Χρόνος

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2007

Εκ της αστυνομίας



Δεν επιτρέπεται, κυρία μου, την πλησίασε με την πρέπουσα ευγένεια ο υπάλληλος και, με την πρέπουσα ένταση στη φωνή, της υπέδειξε με την πρέπουσα κίνηση την πινακίδα που δέσποζε στον τοίχο. Για τους άλλους δέσποζε, γιατί εμείς ούτε που την είχαμε προσέξει ως τότε. Δεν επιτρέπεται, Αντιγόνη μου, εκ της αστυνομίας, της διάβασα και σταμάτησα μαλακά την κίνησή της, υπακούοντας στην εξ απαλών ονύχων συνήθειά μου να υπακούω. Εκ της αστυνομίας; Εκ της αστυνομίας; Άστραψε και βρόντησε κι ορμώντας άνοιξε το καπάκι πριν ο είμαστε εδώ για να σας προστατέψουμε από τη θλίψη σας υπάλληλος την προλάβει. Πρόβαλε η μάνα, ένα μικρό-μικρό ανθρωπάκι άσπρο, κάτασπρο, με τα χέρια ήσυχα σταυρωμένα στο στήθος, πρόβαλε η μάνα, σκέτη Ανθούλα πια κι όχι η Ντουρανθούλαινα που ήξερα, μάνα μου, φώναξε η Αντιγόνη, μάνα μου, τι δουλειά έχει με σένα η αστυνομία μάνα μου, τι δουλειά έχει με τους δικούς μας ανθρώπους η αστυνομία, με κάρφωσε με το βλέμμα της, τι ξέρει για σένα η αστυνομία, τι ξέρει, έπιασε το θρήνο η Αντιγόνη και χάιδευε και φιλούσε κι άγγιζε αχόρταγα ό,τι είχε απομείνει από τη μάνα μας τη Ντουρανθούλαινα, πώς να σε διώξω μου ζητάνε, έτσι σαν ξένη, μάνα μου, πώς; Φιλούσε και ξαναφιλούσε το υγραμένο κάτασπρο δέρμα και της μιλούσε και της διηγούνταν και της μιλούσε και τη φιλούσε και της διηγούνταν κι εγώ στεκόμουν παραδίπλα, παραδίπλα στεκόμουν, όσο τα απρεπή εκ της αστυνομίας πρέποντα η Αντιγόνη στη μάνα μας έπραττε, υπακούοντας στην εξ απαλών ονύχων συνήθειά μου να υπακούω.

Πίνακας: Έκτωρ Δούκας, Μάνα Με Δυο Παιδιά, λάδι σε μουσαμά.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Βυθός


Κοχύλια άλλα σε τούτο το βυθό δεν έχει. Βουτώ και τα μαζεύω, όσο λείπεις. Ένα για κάθε μέρα, ως να φανείς. Κι άλλα κοχύλια σε τούτο το βυθό δεν έχει. Μα εσύ μη μου αγχώνεσαι, τ’ ακούς; Στο κάτω-κάτω υπάρχει κι άλλη παραλία εδώ δίπλα. Κι ύστερα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Εσύ μονάχα ήρεμος να είσαι. Κι αν τίποτα οικολόγοι σε ρωτήσουν πώς το επέτρεψες το έγκλημα αυτό, εσύ και πάλι να μην αγχωθείς. Τίποτα, πες, δεν έπαθε ο βυθός σας. Μετακόμισε απλώς. Και δώσ’ τους τη διεύθυνσή μου. Να ‘ρθουνε με τα μάτια τους να δούνε το βυθό.

Πίνακας: Κανακάκις Λευτέρης, Κοχύλι και μάσκα, ελαιογραφία

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2007

Παίξε μπάλα - Η μάνα


Το ήξερα. Από τη στιγμή που διάβασα την εφημερίδα που μου πέταξε φτάνοντας στο σπίτι, το ήξερα. Στο επόμενο παιχνίδι καλός δε θα ‘ταν. Στο βλέμμα του το είδα. Ευτυχισμένο βλέμμα αυτό δεν ήταν, όχι. Σκιαγμένο ήταν. Αμ’ τα μεταξωτά βρακιά, Ευτέρπη μου…Κι εκείνος επιδέξιος ποτέ δεν ήταν. Από μικρός έτσι. Μ’ έπρηζε και τον έπρηζα. Δωμάτιο είναι αυτό που έχεις; Αχούρι είναι. Κι όλο φώναζα. Κι έμπαινα ξάφνου κι αντίκριζα το δωμάτιό του τακτοποιημένο στην εντέλεια, καλύτερο από κορίτσι σου λέω. Μπράβο, αντράκι μου, τον φιλούσα, έτσι καλό μου, δεν είναι καλύτερα έτσι; Κοίτα τι όμορφα που το ‘φτιαξες και με ξεκούρασες κι εμένα. Είδες όταν θέλεις; Μεγάλη χαρά μου ‘δωσες, του έλεγα, συνέχισε έτσι. Ε, αν έβλεπες εσύ συνέχεια, Ευτέρπη μου, έβλεπα κι εγώ, ανάθεμα την ώρα που το άνοιγα κάθε φορά το ρημάδι το στόμα μου να τον παινεύω. Λες κι έχανε τα νερά του. Την άλλη μέρα βομβαρδισμένο το δωμάτιο. Και στο σχολείο έτσι. Μια του ύψους, μια του βάθους. Εκεί που τον έβρισκες, εκεί τον έχανες. Κι ύστερα σου λέει ο καλός ο λόγος. Εγώ τον έμαθα πια και τον κουμαντάρω. Δε μιλώ, κάνω πως δεν πρόσεξα. Αν θες κάν' το, αν θες μην το κάνεις. Έτσι κυλά η ζωή μας. Αλλά τούτοι; Που περιμένανε το πρωτάθλημα, τρομάρα τους; Προκάμανε με τους τίτλους. Τώρα θα μου πεις, αν το παιδί έκανε κάτι καλό να του το λέμε, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι αλλά για τους άλλους. Όχι για το γιόκα μου. Χάνει τα νερά του. Και τώρα να. Του πεθαμού κυκλοφορεί. Τον βλέπω να τον σουτάρουν πάλι. Αχ, Ευτέρπη μου. Κάθε σπίτι και τ’ αγκάθι του. Και τ’ αγκάθι του...

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Η Μάνα

Παίξε μπάλα - Ο οπαδός


Περίεργο τραίνο σου λέω, περίεργο. Άλλοι ανθίζουν με την αναγνώριση, αυτός μαραίνεται. Σα να χάνει τη μπάλα, ρε παιδί μου, σα να χάνει την ισορροπία του. Η καλή κουβέντα τον αποσυντονίζει. Ρε, δε θυμάσαι τις τρίπλες του στον ημιτελικό; Παιχταράς όχι αστεία. Πέντε άδειασε στο διάβα του και τελικά την κάρφωσε ο πούστης. Αστέρι μεγάλο. Όλο το γήπεδο στο πόδι. Την ώρα που αλλάζαμε, σ’ ευχαριστώ Κώστα, του χτύπησε την πλάτη ο μεγάλος, το ήθελα αυτό το παιχνίδι, μετά από αυτό δε με νοιάζει τίποτα πια. Εκείνος δε μίλησε. Κατέβασε τα μάτια. Ε, αυτό ήταν. Τον χάσαμε. Τον ξανάδες να παίζει από τότε; Σέρνεται στο γήπεδο. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, τίποτα. Τον ρωτάς κι απάντηση δεν παίρνεις. Μωρέ εγώ ξέρω τι φταίει. Παρατηρημένο το ‘χω. Μπινελίκια θέλει για να τριπλάρει. Μπινελίκια. Όσο τον χειροκροτάς τον χάνεις. Όσο του γαμάς τη μάνα, την αδερφή κι όλο του το σόι, έρχεται στα ίσα του. Ακούς; Ακούω να λες.

Πίνακας: Γιάνναρης Σπυρίδων, Κεφάλι Νέου Άνδρα

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007

Παίξε μπάλα



Παίξε μπάλα, φώναζαν, παίξε μπάλα, όλο το γήπεδο στο πόδι κι έφταναν οι ιαχές τους σ’ εκείνον και γίνονταν καρφιά και κάρφωναν τα πόδια του στο γρασίδι, θηλιές γίνονταν και τον έσφιγγαν και πια τις περιβόητες τρίπλες του δεν μπορούσε να εκτελέσει ο μέγας μπαλαδόρος, το αστέρι της χρονιάς. Θριαμβικές οι κριτικές στις εφημερίδες μετά τον τελευταίο αγώνα και κείνο το βλέμμα του μεγάλου…Σ’ ευχαριστώ παιδί μου, σ’ ευχαριστώ, του είπε. Και τώρα το ένοιωθε το βλέμμα του, μέσα στις χιλιάδες το ξεχώριζε, κι ήξερε πως τον απογοήτευε και πως θα τον έβριζε μέσα απ’ τα δόντια του κι αυτόν και το ευχαριστώ που βιάστηκε να ξεστομίσει. Το ένοιωθε το βλέμμα του κι άλλο δεν ήθελε παρά να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο ένα κλικ πίσω απ’ το ευχαριστώ, ένα κλικ πίσω από τους μεγάλους τίτλους, τα χτυπήματα επιδοκιμασίας στην πλάτη και τα μπράβο. Ένα κλικ πίσω και τώρα θα αλώνιζε λεύτερος στο γήπεδο. Αυτός και η μπάλα. Μονάχοι τους. Χωρίς εκείνο το παίξε. Χωρίς το παίξε. Τον βάραινε τούτη η προστακτική της προσδοκίας, αν ήξεραν πόσο τον βάραινε…
Έφτυσε και σούταρε γνωρίζοντας καλά, εκ των προτέρων γνωρίζοντας, πως δίχτυα η μπάλα του γι' άλλη μια φορά δε θ’ άγγιζε.

Πίνακας: Football players, Henri Rousseau, 1908

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007

Το μάθημα

http://xrismoi.blogspot.com/

Σάββατο 28 Ιουλίου 2007

Ψιχάλες



Χτυπούσε η βροχή την παλιά κουζινούλα με τον τσίγκο. Ένας μικρός νεροχύτης, δίπλα μια γκαζιέρα, παραδίπλα το τραπέζι, τραχανάς αχνιστός, ο θείος ο Γιώργος ο ψηλός, ο πατέρας και η λεμονιά η μωρή, η κοντούλα. Ξαναπές το μου, χωνόμουν στην αγκαλιά του, ξαναπές το μου. Και το τραγουδούσε πάλι και πάλι και έξω έκανε κρύο μα μέσα ήταν ζεστά και η βροχή χτυπούσε τον τσίγκο και παράξενο πράγμα, μα, όποτε βρέχει, όποτε βρέχει και κάνει κρύο μέσα κι έξω, άλλο δε θέλω παρά να χωθώ στην παλιά κουζινούλα με τον τσίγκο που τη χτυπούσε η βροχή.

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Η Ομπρέλα, αυγοτέμπερα σε ξύλο

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

Παιδιά



Θα κρυφτώ, είπα, κανείς να μη με βρίσκει. Και κρύφτηκα. Επιτυχώς. Τόσο επιτυχώς, που άρχισα να μη με βρίσκω ούτε κι εγώ. Παίδεμα ώρες-ώρες αυτές οι παιδιές. Ακόμη και οι νίκες τους παίζουν κρυφτό με τις ήττες.

Πίνακας: Ζαχαριουδάκης Μανώλης.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2007

-2007



Με τι μέτρο μετριέται το αργά; Με τα λόγια που δεν είπα, όταν έπρεπε. Με το χάδι που δεν έδωσα, όταν έπρεπε. Με το συγγνώμη που δε ζήτησα, όταν έπρεπε. Μ’ αυτό το βάσανο μετριέται το αργά.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Το Πρόσφορο.