Πέμπτη 3 Μαΐου 2007
Τρίτη 1 Μαΐου 2007
Μη με ρωτάς γι' άλλα τραγούδια
Το κεντάδι από τη Σκύρο
Κυριακή 29 Απριλίου 2007
Ενοσίχθων
Πίνακας: Νίκος Νικολάου, Δυο μακέτες
Αναρτήθηκε από
Τίποτα
στις
11:39 π.μ.
6
σχόλια
Σάββατο 28 Απριλίου 2007
Ώρες κοινής ησυχίας
Αναρτήθηκε από
Τίποτα
στις
11:02 π.μ.
9
σχόλια
Πέμπτη 26 Απριλίου 2007
Φερώνυμοι μοναχικοί
Τόσο περίεργα κι αλλόκοτα φαντάζουν.
Κι όπου κι αν πάνε οι φερώνυμοι προκαλούν το θαυμασμό, ενίοτε και τη ζήλια. Άλλος κανείς-ακούγεται στη γειτονιά-τέτοιο σπουδαίο όνομα δε φέρει. Κι αυτοί τ’ ακούν∙ κορδώνονται κρυφά∙ ποιος ξέρει, λεν, γιατί μου το διαλέξαν, βέβαιοι, ωστόσο, πως σαφώς υπήρχε λόγος. Έτσι μοναδικοί και σπάνιοι σαν τα ονόματά τους νιώθουν ∙ και μακαρίζουν μέσα τους τη μάνα τους, που τέτοιο όνομα επίεσε να έχουν.
Είναι ονόματα που δε γιορτάζουν με τα άλλα.
Τόσο περίεργα κι αλλόκοτα φαντάζουν.
Γιορτάζουν οι φερώνυμοι μόνο τη γέννησή τους. Πόση ηδονή και βάσανος σαν καταρτίζουν λίστες για λίγους φίλους εκλεκτούς. Πόση ηδονή. Πολλοί-στ’ αλήθεια-θα ‘θελαν τέτοιας τιμής να τύχουν. Πόση ηδονή ξεχύνεται μαζί με το μελάνι καθώς την πένα τους κραδαίνοντας τη λίστα συμπληρώνουν. Πόση ηδονή καθώς το ακουστικό σηκώνουν.
Είναι ονόματα που δε γιορτάζουν με τα άλλα.
Τόσο περίεργα κι αλλόκοτα φαντάζουν.
Γιορτάζουν οι φερώνυμοι μόνο τη γέννησή τους. Χρόνο το χρόνο οι εκλεκτοί στις λίστες αραιώνουν. Ίσως, γιατί δεν μπόρεσαν τέτοια τιμή ν’ αντέξουν. Ίσως, γιατί εκλεκτοί ποτέ δεν ήσαν. Με πόση βάσανο οι φερώνυμοι τις λίστες καταρτίζουν, για λίγους φίλους εκλεκτούς. Πόση βάσανος για λίγους φίλους. Πόση βάσανος για λίγους. Πόση βάσανος.
Είναι ονόματα που δε γιορτάζουν με τα άλλα.
Τόσο περίεργα κι αλλόκοτα φαντάζουν.
Γιορτάζουν οι φερώνυμοι μόνοι τη γέννησή τους. Πόση βάσανος τ’ άσπρο χαρτί μπροστά τους. Πόση βάσανος καθώς τ’ ακουστικό σηκώνουν.
«Μάνα, σα σήμερα με γέννησες. Ευχήσου μου χρόνια πολλά, προτού περάσει η μέρα».
Δευτέρα 23 Απριλίου 2007
Της γιορτής
Αναρτήθηκε από
Τίποτα
στις
10:11 μ.μ.
12
σχόλια
Πέμπτη 19 Απριλίου 2007
Στο κέντρο της γης
(Χαρακτική: Χρήστος Σανταμούρης)
Τετάρτη 18 Απριλίου 2007
Η θυσία

Και πως δεν είναι η πρώτη; Ποιος θα τ' αρνηθεί;
Τι πρέπει στη γυναίκα την ασύγκριτη;
Πώς θα ‘δειχνε καλύτερα πως αγαπά
τον άντρα της παρά γι' αυτόν πεθαίνοντας;
Κι αυτά καλά τα ξέρει κι όλη η χώρα πια.
……………………………………………
Σαν είδε αυτή πως έφτασεν
η στερνή μέρα, με τρεχούμενα νερά
τ' άσπρο της δέρμα λούζει, κι από κέδρινες
κασέλες βγάζει ρούχα και στολίσματα
κι όμορφα εσιγυρίστη κι αφού στάθηκε
μπρος στην Εστία προσευχήθη λέγοντας:
«Δέσποινα, εγώ στον Άδη πάω …»
( Ευριπίδη, Άλκηστις. Μετάφραση: Δημ. Σάρρος)
Σιγά μην πέθανα για σένα. Την ευκαιρία σου την είχες και την έχασες. Ναι, εγώ είπα, θα πεθάνω για σένα. Μα εσύ, εσύ που τόσο αγάπησα, πώς, πες μου πώς τ’ αποφάσισες ζωή χωρίς αγάπη να τη ζήσεις; Για μένα πέθανα, τ’ ακούς, για μένα. Γιατί δεν καταδέχτηκα στο πλάι ενός ανάξιου να ζήσω. Για μένα πέθανα, τ’ ακούς, για μένα. Για να σε βλέπω και να χαίρομαι το θλιβερό σαρκίο σου να σέρνεις στους αιώνες περιφρονημένο, αυτό ναι, αυτό το σαρκίο που με τόσο κόπο υπερασπίστηκες. Για μένα πέθανα, για μένα. Για να σε βλέπουν να περνάς τα κορίτσια στη γειτονιά και να χασκογελάνε, για ιδέστε τον τον άντρακλα, και να σε φτύνουν, να φτύνουν και να γίνεται το σάλιο τους μάθημα, όχι για σένα μη φοβάσαι, ξέρουμε δα πως δεν κολλάν τα σάλια στους καθρέφτες, μα για κείνα, να μάθουν ν’ αποφεύγουν τα σκυλιά. Σιγά. Σιγά μην πέθανα για σένα. Για μένα πέθανα, για μένα, τ’ ακούς, για μένα, γιατί εσύ δε μου ‘πρεπες. Κάλλιο ο χάρος άντρας μου, παρά ένας Άδμητος.
(Η φωτογραφία από την παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, Άλκηστις)
Δευτέρα 16 Απριλίου 2007
Η Μήδεια
(Κώστας Τσόκλης, Μήδεια)
Κυριακή 15 Απριλίου 2007
Μ' άσπρο γάντι, καθαρό...
(Ν. Εγγονόπουλος: Το κοστούμι του Μακχήθ, για την Όπερα της Πεντάρας του Μπρεχτ)
Αναρτήθηκε από
Τίποτα
στις
12:13 μ.μ.
11
σχόλια
Παρασκευή 13 Απριλίου 2007
Κλεψιές
Έστρεφα να φύγω. Και ξαφνικά, κόσμος από το πουθενά πλημμύριζε τις ερημιές. Προχωρούσαν προς το μέρος μου, και μ’ έδειχναν με το δάχτυλο φωνάζοντας, κλέφτρα κλέφτρα κλέφτρα, κι είχαν όλοι άποψη, όλοι, όλοι, ακόμη και τα μικρά παιδιά είχαν άποψη κι ορκίζονταν ότι με είδαν να κλέβω, να κλέβω, αυτοί που δεν υπήρχαν ως τότε, αυτοί, που όσο έψαχνα ήταν απόντες, αυτοί, που ακόμη κι αν είχαν δει όσα βρήκα, τα παράτησαν, τα προσπέρασαν, αυτοί οι ψεύτες με τα οργισμένα και περιφρονητικά βλέμματα, κι εγώ οπισθοχωρούσα τρομοκρατημένη και γεμάτη ενοχές, όχι γιατί έκλεψα, αλλά γιατί με έπιασαν, υποχωρούσα μπροστά στους χωρίς κουκούλες κουκουλοφόρους, κι αυτοί όλο έρχονταν κι εγώ όλο υποχωρούσα κι η βοή δυνάμωνε κλέφτρα κλέφτρα κλέφτρα και ξυπνούσα κάθιδρη…
(Πίνακας, Σπύρος Βασιλείου, Τέλος Εποχής)
Τετάρτη 11 Απριλίου 2007
Θάλασσα
(Πίνακας: Γιώργος Στεφανάκις, Θάλασσα)
Τρίτη 10 Απριλίου 2007
Στο Μπιζάνι μπι μπι μπι...
Ψαρά μαλλιά, γαλάζια μάτια, το παντελόνι ανασηκωμένο, ποτέ κάλτσες, το πουκάμισο ξέζωστο αιωνίως, τον άκουγα να τραγουδάει κάθε που πήγαινα στο χωριό, Στα Πεστά και στο Μπιζάνι, μπι μπι μπι, τα κανόνια ήταν το μπι, εφτά μπι ήταν, τα μετρούσα κάθε φορά, κόβω αρκετά για την οικονομία του πράγματος, μάνα μου τι κρύο κάνει, μπι μπι μπι πέφτουν τα κανόνια, συνέχιζε, πέφτουν τα κανόνια, Ένα γράμμα θε να γράψω, μπι μπι μπι, τα κανόνια κατάλαβες, έπεφταν τα κανόνια, εξηγούσε, και τους φίλους μου να κλάψω μπι μπι μπι κι εκεί ράγιζε η φωνή του και ποτέ δεν απόσωσα να μάθω το τραγούδι, όλο σ’ εκείνο το μπι των κανονιών που πέφτουν μετά το γράμμα στους φίλους σταματούσε, παρακάτω δεν είχε, κοίταζα τα μπλε του μάτια μα εκείνα κοίταζαν αλλού, καρφωμένα ένας θεός ξέρει πού, λες κι αποσυρόταν, αποσυρόταν ναι, τη βρήκα εύστοχη τη λέξη μεγαλώνοντας, αποσυρόταν σ’ ένα κόσμο έπους και δακρύων, σ’ ένα κόσμο ολότελα δικό του, σ’ ένα κόσμο από μπι μπι μπι κανόνια που πέφτουν κι από φίλους που κλαίνε για τους φίλους και μας έκλεινε όλους απ’ έξω, ο θείος μου, ο αδελφός του παππού μου, ο Κωτσοζήκος, πάει να πει ο Κώστας, του Ζήκου ο γιος.Όλο το χωριό τον κορόιδευε τον αλαφροΐσκιωτο που δεν παντρεύτηκε ποτέ του, σαλεμένος ήταν ο έρμος, τον έπαιρναν τα παιδιά στο κατόπι φωνάζοντας μπι μπι μπι, γύριζε τα αγριοκοίταζε, πέφτουν τα κανόνια διευκρίνιζαν τα παιδιά, δάκρυζε εκείνος μαλακωμένος, γελούσαν τα παιδιά, δάκρυζε εκείνος, πέφτουν τα κανόνια μπι μπι μπι, έστρεφε την πλάτη κι έφευγε, δεν τα πείραξε ποτέ, ο Κωτσοζήκος τούτο, ο Κωτσοζήκος τ’ άλλο, πηγαινοέρχονταν οι ιστορίες για τον τρελό στα στόματα των χωριανών με γέλια, τι έχει, ρωτούσα, πώς το έπαθε, ποιος ξέρει, κανείς δεν ήξερε να πει, δεν ήταν πάντα έτσι, πότε το έπαθε, κανείς δε θυμόταν, μεγάλωσα χωρίς να μάθω ποιος ήταν ο κρίκος που τον ένωνε με το Μπιζάνι, με το γράμμα, με τα κανόνια που έπεφταν, κρίμα από μια άποψη, γιατί εκείνο το μπι μπι μπι, ποτέ από το μυαλό μου δεν έφυγε, τελευταία μάλιστα σα να ακούω κι εγώ κανόνια να πέφτουν μπι μπι μπι και φοβάμαι, μπι μπι μπι, φοβάμαι γιατί αποσύρομαι κι εγώ, φοβάμαι γιατί ήταν θείος μου από παππού ο Κωτσοζήκος, μπι μπι μπι και είναι κι αυτό το θέμα της κληρονομικότητας που με απασχολεί μπι μπι μπι, φοβάμαι που ακούω κανόνια να πέφτουν, μπι μπι μπι, φοβάμαι που πληθαίνουν, μπι μπι μπι, φοβάμαι και γράφω γράμματα στους φίλους μου μπι μπι μπι για να κλάψω μπι μπι μπι, εγώ το εγγονανήψι του Κωτσοζήκου, μπι μπι μπι, εγώ ο Γιωργοζήκος, μπι μπι μπι, ο Γιωργοζήκος, πάει να πει ο Γιώργος, του Ζήκου ο γιος.
Κυριακή 8 Απριλίου 2007
Ατάκτως
Αναρτήθηκε από
Τίποτα
στις
11:36 μ.μ.
4
σχόλια
Παρασκευή 6 Απριλίου 2007
Τετέλεσται
Πέμπτη 5 Απριλίου 2007
Τετάρτη 4 Απριλίου 2007
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας...
Δευτέρα 2 Απριλίου 2007
Οι επιτάφιοι...
Κυριακή 1 Απριλίου 2007
Κρυφτό

Στην αγκαλιά της Λόλας και του μήλου της, στο μπλε της ποδιάς και στο άσπρο του κεντημένου της γιακά, κρύβομαι. Στο κουτσό της γειτονιάς και στο φτου ξελευτερία
και στου παγωτατζή τη ρόδα, κρύβομαι. Στους ψιθύρους των γονιών τα μεσημέρια και στ’ αγιόκλημα του δειλινού, κρύβομαι. Στο βάθος της πλατείας με τη μπάντα και στο ροζ του μαλλιού της γριάς κρύβομαι. Κι ύστερα, στο ροδόχροο της αυγής και στου Έκτορα, όχι του Αχιλλέα, με προσέχεις; στου Έκτορα το βλέμμα και στο τριαντάφυλλο το πιο αγαπημένο της ρεγγίνας, κρύβομαι. Στο σκοτεινό του χορού που ποτέ δε με χόρεψες, και στο φιλί του μπουκαλιού που ποτέ δε μ’ ευνόησε, κρύβομαι. Κρύβομαι, αφού ο κόσμος τούτος μ’ αγριεύει και γέμισαν τα σπίτια τοίχους υγρούς και πόρτες γκαστρωμένες, άλλο δε μου μένει απ’ το να κόψω τις γωνίες μου και να κρύβομαι σ' ό,τι αγάπησα, ένα μικρούλι όμικρον, ένα μικρούλι όμικρον, ένα ομικράκι ποιος το προσέχει;















