Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ένας Θεός ξέρει.



Στέκεται εκεί αμίλητος και παρατηρεί που γίνονται πράγματα και γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, είμαι κι εγώ εδώ, θέλει να πει και να βουτήξει, μα. Είναι μαύρο το νερό αποφασίζει και κρύο φαίνεται πολύ κι ούτε κανείς γνωρίζει σε ποια θάλασσα πηγαίνει, τώρα βέβαια θάλασσα θα ‘ναι, πόσο μπορεί οι θάλασσες ταξίδια να διαφέρουν, θυμήσου που ταξίδεψες κι εσύ, μα. Είναι ο καιρός που πέρασε πολύς, πού να το ψάχνει το καφέ του το δισάκι, στο μεσιανό ντουλάπι τ’ άφησες, θυμήσου, πλάι στην τραγιάσκα του Μιχάλη, μα. Είναι που μόνος τα φοβάται τα ταξίδια κι οι φίλοι του όλοι στο ποτάμι βουτηγμένοι, σε φώναξαν και δίστασες, θυμήσου, αν κολυμπήσεις θα τους φτάσεις παρακάτω, μα. Είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, μαζέψανε τα χρόνια του αλάτια, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του, κάποτε έλεγες ξεκούραση τον τάφο, θυμήσου, μα. Πάει καιρός που αψηφούσε τους κινδύνους, και μαύρο μοιάζει το νερό και κρύο κι ούτε που ξέρει σε ποια θάλασσα πηγαίνει και για ταξίδι δεν κινά χωρίς δισάκι και από φίλους έχει μόνο την τραγιάσκα, όλοι προσπέρασαν πού να τους φτάνει τώρα κι είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του και στέκει εκεί αμίλητος και βλέπει να γίνονται πράγματα και να γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, μα.