Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Θητεία


Τώρα φυτεύω λουλούδια. Γεράνια. Γεράνια, κυρίως. Που αντέχουν. Θέλω πολλή δουλειά ακόμη. Όταν αρχίσω να φυτεύω παπαρούνες, θα μου επιτρέψω να σε σκεφτώ.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Αντικείμενο



Μην αρχίζεις τα ίδια και τα ίδια, σε λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Όχι δε μιλάς στο βρόντο, στο νεροχύτη μιλάς για να τ’ ακούω εγώ. Σ’ αυτόν καταφεύγεις πάντα. Τ’ ακούω, λοιπόν, και τα σκέφτομαι, μη νομίζεις πως δεν τα σκέφτομαι. Και ο νεροχύτης τ’ ακούει. Πιο πολλά ξέρει ο νεροχύτης μας για μένα, από μένα. Πότε που έκαψα το φαγητό η ανεπρόκοπη κι ένας θεός ξέρει ποιος θα με πάρει τέτοια τσαπατσούλα, πότε που άργησα κι έμεινες κρεμασμένη όλη νύχτα στο μπαλκόνι να περιμένεις και που δε σε σκέφτομαι και δε σε υπολογίζω και που κόντεψες να πάθεις εγκεφαλικό, πότε που σου είπα ψέματα πως ήμουν στης Μαρίας ενώ ήμουν με το Γιώργο και πως πάει η εμπιστοσύνη σου, ράγισε και άμα ραγίσει το γυαλί δεν ξανακολλάει και που τα καλά κορίτσια δε γυρίζουνε με τον πάσα ένα τυχόντα κι έδωσα λαβή για σχόλια και δεν έχεις μούτρα να βγεις στη γειτονιά και που εσείς κυκλοφορούσατε με το κούτελο καθαρό και σας το καταβρώμισα, πότε που δεν πέρασα μαθήματα και σε ρωτάει ο κόσμος και απάντηση για το πτυχίο δεν έχεις κι αναγκάζεσαι ν’ αλλάξεις κουβέντα και δρόμο, πότε που κόλλαγα αφίσες και δεν το περίμενες να στο κάνω εγώ αυτό, που εσύ με μεγάλωσες μες στη δαντέλα και τι δουλειά έχω εγώ με τους κουμμουνιστές, πότε που με πήρανε στο τμήμα και που εσείς δεν είχατε ποτέ πάρε-δώσε με αστυνομίες και τη διαβήκατε κι αυτήν την πόρτα και που τσάμπα με σπουδάζατε και τι άλλο σας περιμένει ακόμα και μαύρη η ώρα που με γένναγες και η τύχη μου μαζί, πότε όλα. Και τα λαμβάνω σοβαρά υπόψη, τα όλα. Και το νεροχύτη μας λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Που, χάρη σε σένα, τα ξέρει τα όλα μου. Και που με αντέχει. Και, ναι, θα παντρευτώ, λέμε. Καθυστερώ ναι, όσο περνούν τα χρόνια είναι και πιο δύσκολο, ναι, και φοβάμαι κι εγώ πως θα μείνω μόνη μου, ναι. Μα εύκολο το ‘χεις, μάνα; Εύκολο; Φοβάμαι, μάνα, φοβάμαι. Και τη μοναξιά φοβάμαι, μα και την παρέα τη φοβάμαι. Δεν είναι εύκολο να βρεις άντρα να μοιάζει στο νεροχύτη μας, είναι;

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ, 6



Καλά να μου φέρεσαι. Όχι όπως πριν, που με κοίταζες αφ’ υψηλού και μετά βδελυγμίας. Πάρ ‘το απόφαση, άλλον δεν έχεις από μένα. Όχι, ότι δεν είναι καλή. Και συγκινητική είναι μ’ εκείνα τα κρυώνεις άντρα μου και βρέχεσαι άντρα μου, καθώς σφίγγει τη φωτογραφία σου στην αγκαλιά της. Αλλά τη σφίγγει όλο και λιγότερο, δεν τη σφίγγει; Και νοικοκυρά, δε λέω. Αλλά κάνει όλο και περισσότερα δεν κάνει; Σκουπίζει, πλένει, στρώνει το καθαρό το σεμεδάκι, ποτίζει τα λουλούδια, θυμιατίζει. Ένα σωρό δουλειές. Και λιώνεις εσύ με την περιποίηση. Και δεν παρατηρείς ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά, σου λέει όλο και λιγότερα. Γιατί σου λέει όλο και λιγότερα, δε σου λέει; Κι ύστερα φεύγει. Και φεύγει όλο και πιο σύντομα, δε φεύγει; Μα τι θα θες; Δεν την αδικώ. Και μην την αδικείς κι εσύ. Άλλοι οι ρυθμοί εκεί πάνω. Άλλοι. Πάρε το απόφαση. Άλλον δεν έχεις από μένα. Αυτό είναι κόλαση δεν το ‘ξερες; Να μην έχεις άλλον παρά εκείνον που κάποτε τον κοίταζες αφ’ υψηλού και μετά βδελυγμίας. Να μην έχεις άλλον παρά εμένα. Μονάχα εμένα. Να σέρνομαι στα πόδια σου και να σου ψιθυρίζω. Να γλείφω το κορμί σου και να λιώνεις. Γιατί λιώνεις στο άγγιγμά μου κι ας με σιχαίνεσαι. Παραδέξου το. Λιώνεις. Κυριολεκτικά.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Τμήμα Δ,5



Με βλέπω να τη χάνω την ευκαιρία. Δε μου βγαίνει, ρε παιδί μου, πώς το λένε. Τι πάει να πει, μη φοβάμαι κι έχει ησυχία εδώ; Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Την ησυχία. Τόσος κόσμος και τίποτα. Σαλιγκάρι σέρνεται και σου γρατζουνά τα μηνίγγια. Ούτε ν’ ανασάνεις, όχι να μιλήσεις. Πλακώνουν οι ενοχές. Εγώ θορυβώ, οι άλλοι όχι. Εγώ ανασαίνω, εσύ όχι. Και ναι, φοβάμαι. Ούτε εδώ μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Τάφος σου λέει ο άλλος. Πας στοίχημα; Γειτονιές ολόκληρες γίνανε οι τάφοι. Και κουτσομπολεύουν οι γειτονιές. Να, πριν από λίγο. Ο πόνος πόνος αλλά η εσείς ποιον χάσατε περιέργεια, περιέργεια. Γι’ αυτό σου λέω. Κι οι τάφοι αυτιά. Μωρέ, λέξη δε βγάζω. Τώρα θα μου πεις, μπορούμε να τα πούμε πνευματικώς. Έχεις τα προσόντα να μ’ ακούσεις. Δε θέλω έτσι. Δε θέλω. Κουράστηκα με το πνευματικώς. Πνευματικώς μου τα λέω συνέχεια. Σωματικώς θέλω, σωματικώς, να ουρλιάζω και να χαίρομαι. Και πάλι δεν ξέρω. Αν μπορούσα να στα πω, εννοώ, θα στα έλεγα; Και γιατί δε σου τα έλεγα πριν; Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Πόσο μπορεί να τσαλακώνεται για να μην τσαλακωθεί κανείς; Πόση κούραση. Άκρη δε βγάζω. Πάω. Ίσως δε διάλεξα τη σωστή ώρα. Ίσως είναι ώρα αιχμής. Με το λιοπύρι θα ‘ρθω. Και βλέπουμε.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Η μελωδία της ευτυχίας



Ο Ρέντης ήτανε τα Σάββατα. Και ντυνόμαστε και στολιζόμαστε και άκρη-άκρη το ποτάμι για Ντούαλ και Αλέα και μελωδία της ευτυχίας. Κι η Χονολουλού τα άλλα Σάββατα. Θάββατο θήμερα, κθέχασες; Σάββατο, ναι. Και πού θα πάμε; Στη Χονολουλού. Έχει έργο εκεί; Απ’ όλα έχει. Και ντυνόμουνα και στολιζόμουνα και περίμενα. Μα ντύθου κι εθύ, θα χάθουμε το έργο. Είναι νωρίς ακόμη. Και περίμενα και περίμενα και τίποτα. Πέσε κοιμήσου. Κι η Χονολουλού; Το άλλο Σάββατο. Θίγουρα; Σίγουρα. Και τι θα δούμε; Ό,τι θες. Το άλλο Θάββατο; Το άλλο. Θτη Χονολουλού; Στη Χονολουλού. Κι έπεφτα και κοιμόμουνα και δε μ’ ένοιαζε που τίποτα. Ερχόταν η Χονολουλού στο κρεβάτι με τα Ντούαλ της και τις Αλέες της και τις μελωδίες της ευτυχίας, ίδια ο Ρέντης, άκρη-άκρη στο ποτάμι. Ωραία. Ωραία κύλησε ο καιρός μου άκρη-άκρη στο ποτάμι, ωραία κύλησε ο καιρός μου, ωραία κύλησε. Ωραία. Μα τώρα πώς θα γίνει; Πώς θα γίνει γαμώτο; Πώς θα γίνει να ξαναβρεθώ Χονολουλού τα Σάββατα; Κι ας τίποτα; Πώς θα γίνει;