Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Τμήμα Δ, 4

Τρέχουν τα μάτια μου, χωρίς να συμβουλευτούν κανέναν. Από μόνα τους. Δι’ ασήμαντον αφορμήν. Να, προχθές ήταν η μαγειρίτσα. Να φτιάξω ή να μη φτιάξω. Μέγα πρόβλημα. Και δώσ’ του κλάμα. Βλέπεις, σε σένα μόνο άρεσε η μαγειρίτσα. Για σένα την έφτιαχνα. Κάθε χρόνο. Και προχθές, που θα έφτιαχνα ή δε θα έφτιαχνα, για σένα πάλι. Μα φτάνει πια. Άλλο δεν κλαίω. Δεν είναι που κουράστηκα. Είναι που ξέρω γιατί κλαίω. Και ξέρεις κι εσύ. Δεν τρέχουνε τα μάτια μου για σένα, αλλά για μένα. Μου λείπεις και μου λείπεις και μου λείπεις. Πολύ το «μου» ακούγεται, δε βρίσκεις; Πολύ. Και βαρύ. Πολύ. Πού να ταξιδέψεις με τέτοιο βάρος στις αποσκευές. Κι έτσι δε μέθυσες ποτέ σου στην Αβάνα. Όπου «έτσι», βάλε «μου». Κι όπου «μου», «από αγάπη». Τρίχες αγάπη. Το ‘ξερες εσύ, μα δε μιλούσες. Μ’ άφησες μόνη μου να μάθω. Έτσι το διάλεξες. Να τα πληρώσω τα μαθήματα. Τρελέ! Τώρα που ένιωσα, δεν είσαι εδώ να το χαρείς. Γι’ αυτό σου λέω. Άλλο δεν κλαίω. Δεν είναι που κουράστηκα. Είναι που ξέρω γιατί κλαίω. Είναι που ντρέπομαι. Εσένα. Που έχασες για ένα "μου" τη ρούμπα στην Αβάνα.

Πίνακας: Delilah Smith, Salsa dancing

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Του θαλάμου 14


Να κάνεις παρέα με τους καλύτερούς σου, για να πας μπροστά. Έτσι έλεγες. Σ’ άκουγα κι εγώ. Τι ήξερα τότε; Σ’ άκουγα. Κι όπου καλύτερος κι εγώ από δίπλα. Και πήγα μπροστά. Όλοι το λένε. Κι όλο, είδες που στα ΄λεγα, εσύ. Είδα. Είδα και το μπροστά, δε λέω. Μα και το πίσω είδα. Μέσα μου το κουβαλάω. Χρόνια τώρα. Και με βαραίνει, να ‘ξερες πόσο με βαραίνει. Σκυμμένος πάω μπροστά. Με το χέρι απλωμένο. Να ζητιανεύω απ’ τους καλύτερους. Επαιτώ, πατέρα, επαιτώ, αντί να απαιτώ. Μετριέμαι μια ζωή και βγαίνω λειψός. Μια ζωή στη σύγκριση. Με τους καλύτερους, που λέγαμε. Κι όλο υπολείπομαι. Γιατί όλο κι εμφανίζεται κάποιος καλύτερος. Τώρα θα μου πεις, εσύ φταις; Όχι, δε φταις, να πέσει φωτιά να με κάψει, αν έχω παράπονο. Γιατί και το άλλο έλεγες. Μάθε παιδί μου γράμματα, έλεγες. Και μάλλον ξώφαλτσα το πήρα αυτό το τελευταίο. Νόμιζα πως μάθαινα γράμματα, μα δε μάθαινα. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς έφτασα απ’ το α του απαιτώ στο ε της επαιτείας. Μεγάλο πράγμα η γνώση δε συμφωνείς; Κοιμάσαι. Μέρες πολλές τώρα, κοιμάσαι. Μα είπανε να σου κουβεντιάζω. Σου κάνει καλό κι ας κοιμάσαι, λέει. Γι’ αυτό στα λέω. Επειδή δεν ακούς. Αν μπορούσες ν' ακούσεις, άλλα θα σου 'λεγα. Να είσαι ήσυχος για το γιο σου, θα σου έλεγα. Και περήφανος που πρόκοψε. Και πως σου χρωστά χάρη που πήγε μπροστά. Με τους καλύτερους.

Πίνακας: Θεόδωρος Στάμος, Ατέρμονο Πεδίο.