Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Του θαλάμου 11



Στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί. Στον καθένα. Μια στιγμή σταματά ο νους τ’ ανθρώπου και μπερδεύεται. Κι αντί για φρένο πατάει γκάζι. Και να την η καραμπόλα. Στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί. Ψέματα; Αλλά ψάχνουν αφορμή. Χρόνια τώρα. Είσαι μεγάλος κι είσαι μεγάλος κι είν’ επικίνδυνο. Και τι να κάνω δηλαδή; Να κλειστώ σπίτι, να πίνω χαμομήλι γιατί έτσι κάνουν όλοι; Τ’ αποφάσισαν πως πρέπει να πεθάνω. Γιατί με κουβάλησαν εδώ νομίζεις; Τίποτα δεν έχω, κάτι ψιλά μονάχα. Για να μπω στο κλίμα με κουβάλησαν. Τους βλέπεις τριγύρω; Μυρίζει θάνατο εδώ μέσα. Μα εγώ έχω ζωή μέσα μου ακόμα. Έχω ζωή. Βιάζονται να με πεθάνουν. Με τα χρόνια τον μετράνε το θάνατο αυτοί. Του ’22 είσαι; Πέθανες. Εγώ πάλι το θάνατο τον μετράω με τις φλυτζάνες τα χαμομήλια και τις πόκες της ανημπόριας στους καφενέδες της γειτονιάς. Κι ακόμη δεν ήρθε η ώρα μου. Έτσι πες τους. Στο τιμόνι πάνω θα πεθάνω, πες τους. Και μη με ζορίζουνε πολύ, πες τους, μην τολμήσουν να μου πάρουν τ’ αυτοκίνητο, γιατί δεν το ‘χω σε τίποτα να ξαναμπερδέψω το γκάζι με το φρένο. Κι εκεί να δεις καραμπόλα.

Πίνακας: Κώστας Παπανικολάου, Οδηγός, μικτή τεχνική σε μουσαμά.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Του θαλάμου 10



Εντάξει. Εντάξει, εγώ το έκανα. Και την πορτοκαλάδα εγώ την έχυσα. Και τη ροζ τσίχλα εγώ την κόλλησα στον τοίχο. Και χτες, δε με πιάσατε, σας ξέφυγα, εγώ ήμουν που πέταξα το σακουλάκι στον Β. Χωρίς τα γαριδάκια. Τα γαριδάκια τα είχα σκορπίσει λίγο πριν στον Γ. Βάλτε μου πρόστιμο, λοιπόν. Βάλτε μου πρόστιμο. Που λέρωσα. Που σπίλωσα το λευκό σας. Όλα λευκά πρέπει νά ‘ναι εδώ μέσα, αποφασίσατε. Όλα λευκά. Του τάφου λευκά. Μα ζούμε ακόμη, ξέρετε. Όσο τους περπατάμε τους ατέλειωτους λευκούς διαδρόμους σας, ζούμε ακόμη. Με δεκανίκια, με καροτσάκια, με φορεία, ζούμε ακόμη. Βάλτε μου πρόστιμο, μα εγώ θα το ξανακάνω. Αν προλάβω. Τις Απόκριες θέλω να προλάβω. Να λερώσω με σερπαντίνες και κομφετί τον Δ.

Πίνακας: Λαζόγκας Γιώργος, Σταυρώσεις, μικτή τεχνική σε μουσαμά.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Χωρίς σχόλια

Γιατί είναι φορές που θέλεις να ουρλιάξεις και να ξέρουν όλοι πως είναι δικό σου το ουρλιαχτό. Δικό σου και κανενός άλλου. Ούτε κάποιου αφηγητή που σκαρφίστηκες, ούτε κάποιου ρόλου που υποδύθηκες. Όλο δικό σου. Γιατί πονάς για άνθρωπο που χάνεις και που τον βλέπεις να λιώνει μέρα με τη μέρα και να παραδίνεται. Και γιατί γνωρίζεις πως δεν φέρνεις κουκουβάγιες στην Αθήνα, γεμάτη η Αθήνα από παραθύρια με κουκουβάγιες που κρώζουν την απώλεια τις νύχτες. Τι συμβαίνει, γείτονα; Ό,τι και σε σένα. Ό,τι τώρα, ό,τι χτες, ό,τι αύριο. Γίνε πέτρα, γείτονα, γίνε χαράκι, γίνε ουρανός. Χωρίς στόμα. Μόνο αυτιά έχε. Κι άσε με να ουρλιάζω. Χωρίς σχόλια.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Του θαλάμου 9



Θα πετάξω. Θα πετάξω, ψέλλιζε, όταν τον βρήκαμε. Αφήστε με να πετάξω. Τι να πετάξει, που ήταν χάλια. Παγωμένος ως το κόκκαλο. Εκείνος, εκεί. Και στο φορείο ακόμη, θα πετάξω και θα πετάξω. Μα τη σακούλα από το χέρι του, δεν την άφηνε. Όλο παλιόχαρτα. Ο θυρωρός, που τον βρήκε κι ειδοποίησε, είπε πως ποτέ του δεν πετούσε τίποτα. Και πως στο σπίτι του δε χωράς να μπεις, τίγκα πράγματα, όλα άχρηστα. Τα λυπόταν ο παππούς, λέει, η ζωή του ήταν, λέει. Κι όλο το αποφάσιζε να τα πετάξει, κι όλο δεν του ‘κανε καρδιά, λέει. Και χθες έτσι την πάτησε, μάλλον. Στο παζάρεμα πλάι στον κάδο. Θα πετούσε και θα πετούσε όλη νύχτα φαίνεται. Δεν υπολόγισε το χιονιά. Τη βγάζει δεν τη βγάζει. Τι να πω; Μακάρι να τη βγάλει καθαρή. Να μάθει πως επιτέλους κατάφερε να πετάξει. Τον εαυτό του.

Πίνακας: Σαράντης Καραβούζης, Σύνθεση, λάδι σε μουσαμά