Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 8



Σού ‘φερα αλογάκι. Πλαστικό. Να, εδώ θα το ακουμπήσω, να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Τώρα θα μου πεις, στα κορίτσια φέρνουν δώρο αλογάκια; Φέρνουν. Όταν σου λέει ο μαγαζάτορας, ήρθατε αργά κυρία μου, μας τελείωσαν οι κούκλες, μόνο αλογάκια έχουμε. Έτσι δεν είναι; Κι εσύ θα ήθελες να πάρεις τουλάχιστον το ξύλινο, αλλά τα χρήματα δε σε φτάνουν. Έτσι δεν είναι; Και το τυλίγεις όμορφα και το αφήνεις στο προσκεφάλι της κόρης σου, τάχα το έφερε ο Άη Βασίλης, με καθυστέρηση ημέρες τρεις. Και σκίζεται η καρδιά σου, που τη βλέπεις να ψελλίζει ευχαριστώ για να μη σε κακοκαρδίσει και παρακαλάς άλλο δώρο να μπορούσες να της φέρεις. Έτσι δεν είναι; Μη. Μη μιλάς εσύ, δεν κάνει να κουράζεσαι, εγώ θα μιλώ. Έτσι είναι. Δεν το ήξερα τότε, αλλά έτσι είναι. Έφταιγε που ήσουν πάλι στο νοσοκομείο, έτσι δεν είναι; Γι αυτό καθυστέρησε ο Άη-Βασίλης ημέρες τρεις. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Τότε δεν ήξερα. Και σε πίκρανα. Μα τώρα ξέρω. Γι αυτό και τ’ αλογάκι το πλαστικό. Για σένα. Να σου κάνει παρέα τις ώρες που λείπω. Και για τον Άη-Βασίλη, που του κρατούσα μούτρα τόσα χρόνια η ανόητη. Του έγραψα χτες ξανά. Να σταθείς πάλι στα πόδια σου. Κι αν σε ρωτήσουν για το άλογο οι γιατροί, η κόρη μου το έφερε να πεις. Κι όχι γιατί δεν μπόρεσε να μου πάρει κάτι άλλο, αλλά από συγνώμη κι αγάπη κι ευγνωμοσύνη, να πεις. Γιατί μεγάλωσε πια η κόρη μου και ξέρει. Μάνα είναι ένα αλογάκι πλαστικό στο προσκεφάλι, με καθυστέρηση ημέρες τρεις.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Της αγάπης *

Στων ματιών μου τις κόγχες καρφώθηκε η νύχτα, είπες. Και μάζεψα ένα-ένα τ’ άστρα και την κέντησα ξανά να δεις. Κι είδες στα χέρια μου πληγές απ’ το βελόνι κι είπες. Πόσο φρικιαστικό το θέαμα είναι. Κι έπιασα τα χέρια μου και τα ‘κοψα, να μην τα βλέπεις πια και σε τρομάζουν...


* Παλιά ανάρτηση (23-3-2007). Τότε, με τίτλο Η Αφροδίτη της Μήλου. Σήμερα αλλιώς. Για να ταιριάζει.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 7



Λέξη μη βγάλεις. Εγώ μιλάω τώρα. Σε μια νυχτιά την ξέσκισα κουρέλια τη ζωή μου. Πάνε έξι μήνες, το θυμάσαι; Έκλαιγα, καταριόμουν κι έσκιζα. Ό,τι είχα και δεν είχα, όλα τα ξέσκισα. Όλα. Τ’ άλλο πρωί σηκώθηκα, κοίταξα τα κομμάτια κι είπα φτάνει. Έκατσα. Κι αταίριαστα ταιριάζοντας τα σκόρπια κουρελάκια, την ξανάραψα. Ταιριάζοντας τ’ αταίριαστα. Ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά μ’ άρεσε, εδώ, ένα κουρέλι, που δεν έπρεπε αλλά το ήθελα, εκεί, κι ακόμη ένα, που δεν έπρεπε αλλά ποιος νοιάζεται, παρέκει. Κι έτσι, απρόσεκτα ταιριάζοντας τα λάθος χρώματα -ποιος ο βρεγμένος που φοβάται τη βροχή- νά σου την πολύχρωμη η κουρελού μου κι ατίθαση, φτιαγμένη απ’ την αρχή. Για το τέλος. Έξι μήνες. Έτσι είχες πει. Και τώρα, έκανα λάθος, λες, έκανα λάθος, δεν είναι αυτό το τέλος, έχεις ζωή μπροστά σου. Ποια ζωή; Αυτή που ξέσκισα; Έκανες λάθος, λες. Και περιμένεις να χαρώ. Και να γυρίσω σπίτι. Με την κουρελού μου παραμάσχαλα. Και πώς στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει σπίτι μου, πια, η κουρελού, γιατρέ; Και πού στο διάολο νομίζεις πως ταιριάζει οπουδήποτε πια; Το σπίτι μου είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητο. Όλων σας τα σπίτια είναι καθώς πρέπει. Κι αλάθητα. Ποια πόρτα να χτυπήσω και ποιος να τη δεχτεί; Γι αυτό σου λέω. Δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εδώ θα μείνει. Στο γενέθλιό της τόπο. Και μην τολμήσεις να μου πεις πως δεν ταιριάζει ούτε κι εδώ. Μια χαρά ταιριάζει εδώ. Ασορτί. Με τις λάθος διαγνώσεις σας.

Πίνακας: Βασίλειος Γερμενής, Το Ράψιμο, λάδι σε μουσαμά.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

Άνθρωποι προπαντός



Συγγνώμη, θα της έλεγε, δε σε χρειάζομαι άλλο πια, βρήκα άλλη. Έτσι θα της έλεγε. Ορθά-κοφτά. Την αλήθεια. Είχε γεράσει πια δεν έκανε για τη δουλειά. Χάρη της έκανε που δεν της έλεγε πως είχε γεράσει, έτσι δεν είναι; Έτσι. Ή μάλλον όχι. Μπορεί να τη θύμωνε πολύ αυτό το ορθά κοφτά και να προκαλούσε φασαρίες. Όχι έτσι. Πιο μαλακά. Συγγνώμη, θα της έλεγε, θα λείψω τούτο το Σάββατο, μην έρθεις σπίτι. Αν μπορέσω το άλλο, θα σου τηλεφωνήσω. Έτσι θα της έλεγε, και θα το πήγαινε από Σάββατο σε Σάββατο κι από αναβολή σε αναβολή, ελπίζοντας να φύγει εκείνη πρώτη. Αν όμως επέμενε; Η αλήθεια είναι πως ήταν ικανή να επιμείνει, πάντα ήταν εκεί όταν τη χρειαζόταν. Όχι, έπρεπε να τελειώνει μια και καλή. Να ξέρει κι εκείνη, να κανονίσει την πορεία της. Όλα κι όλα, προπαντός άνθρωποι να είμαστε, σ’ αυτά τα Σάββατα στήριζε η γυναίκα τη ζωή της. Προπαντός άνθρωποι. Συγγνώμη, θα της έλεγε, τα φέρνω δύσκολα οικονομικά τον τελευταίο καιρό, δεν μπορώ να σε πληρώνω. Καλύτερο αυτό, γιατί τι θα έκανε, θα το έπαιρνε απόφαση. Αλλά και πάλι μπορεί να μάθαινε πως έφερε άλλη γυναίκα σπίτι τούτο το Σάββατο και να θύμωνε χειρότερα που την κορόιδεψε. Άλλον τρόπο έπρεπε να βρει. Άλλον. Οπωσδήποτε. Αυτό το τι μου τη χάρισες αυτήν την ταμπακέρα βλέμμα, δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Άλλον τρόπο. Ίσως…ναι. Ναι, θα μπορούσε. Δυναμικά θα το αντιμετώπιζε, δυναμικά. Άκου να δεις, θα της έλεγε, φέρε πίσω το δαχτυλίδι που βούτηξες, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα, ακούς; Βρωμιάρηδες, θα της έλεγε, που σας βάλαμε στα σπίτια μας και σας κάναμε ανθρώπους κι έχετε κατακλέψει τον κόσμο. Κι ένας θεός ξέρει τι έχεις σουφρώσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν είχα πάρει είδηση. Παλιοαλβανοί, ε παλιοαλβανοί! Το καλό που σου θέλω, θα της έλεγε, το καλό που σου θέλω, να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου. Έτσι θα της έλεγε. Κι αν επέμενε, θα έβρισκε και δυο τρεις συνελληνίδες γειτόνισσες να βεβαιώσουν του λόγου το αναληθές. Ποιος θα την πίστευε εκείνη; Ο λόγος της κι ο λόγος μας. Μα δε θα χρειαζόταν, όχι. Δε θα επέμενε. Χαρτιά δεν είχε, θα φοβόταν να το τραβήξει το πράγμα. Ναι, έτσι θα της έλεγε. Εκείνη θ’ αναγκαζόταν να ψάξει γι’ άλλη δουλειά κι αυτή θα ξεμπέρδευε μια και καλή. Ούτε βλέμματα, ούτε ΙΚΑ, ούτε φασαρίες. Και προπαντός άνθρωποι.

Πίνακας: Ονορέ Ντωμιέ, Το βάρος (Η πλύστρα).

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Του θαλάμου 6




Βλάκες! Βλάκες! Ποιος σας είπε πως ήθελα να προλάβετε, ε; Ποιος σας το ‘πε; Στέκεστε όλοι πάνω μου και συχαρίκια δίνετε ο ένας σας στον άλλον. Που προλάβατε. Και τώρα, υποθέτω, ευχαριστώ πρέπει να πω κι ευγνωμοσύνη να ‘χω. Γιατί προλάβατε. Α, πώς με πνίγει αυτή η ανθρωπιά σας! Πώς την αλήθεια την καρφώνει στο λαιμό μου! Και δε φωνάζω, όχι, γιατί φριχτή αγένεια η αλήθεια μου στα μάτια σας θα φάνταζε. Και αγενής ποτέ δεν ήμουν. Ανάξιος μόνο. Στη ζωή. Και στο θάνατο. Κι όμως, λίγο ακόμη. Λίγο ακόμη ήθελα να προλάβω. Εσάς τους σπλαχνικούς. Εσάς, που ανακατεύεστε εκεί που δε σας σπέρνουν. Εσάς. Που με προλάβατε.

Πίνακας: Αχιλλέα Χρηστίδη, Απόδραση, 1992, λάδι σε μουσαμά