Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007

Βυθός


Κοχύλια άλλα σε τούτο το βυθό δεν έχει. Βουτώ και τα μαζεύω, όσο λείπεις. Ένα για κάθε μέρα, ως να φανείς. Κι άλλα κοχύλια σε τούτο το βυθό δεν έχει. Μα εσύ μη μου αγχώνεσαι, τ’ ακούς; Στο κάτω-κάτω υπάρχει κι άλλη παραλία εδώ δίπλα. Κι ύστερα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Εσύ μονάχα ήρεμος να είσαι. Κι αν τίποτα οικολόγοι σε ρωτήσουν πώς το επέτρεψες το έγκλημα αυτό, εσύ και πάλι να μην αγχωθείς. Τίποτα, πες, δεν έπαθε ο βυθός σας. Μετακόμισε απλώς. Και δώσ’ τους τη διεύθυνσή μου. Να ‘ρθουνε με τα μάτια τους να δούνε το βυθό.

Πίνακας: Κανακάκις Λευτέρης, Κοχύλι και μάσκα, ελαιογραφία

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Παίξε μπάλα - Η μάνα


Το ήξερα. Από τη στιγμή που διάβασα την εφημερίδα που μου πέταξε φτάνοντας στο σπίτι, το ήξερα. Στο επόμενο παιχνίδι καλός δε θα ‘ταν. Στο βλέμμα του το είδα. Ευτυχισμένο βλέμμα αυτό δεν ήταν, όχι. Σκιαγμένο ήταν. Αμ’ τα μεταξωτά βρακιά, Ευτέρπη μου…Κι εκείνος επιδέξιος ποτέ δεν ήταν. Από μικρός έτσι. Μ’ έπρηζε και τον έπρηζα. Δωμάτιο είναι αυτό που έχεις; Αχούρι είναι. Κι όλο φώναζα. Κι έμπαινα ξάφνου κι αντίκριζα το δωμάτιό του τακτοποιημένο στην εντέλεια, καλύτερο από κορίτσι σου λέω. Μπράβο, αντράκι μου, τον φιλούσα, έτσι καλό μου, δεν είναι καλύτερα έτσι; Κοίτα τι όμορφα που το ‘φτιαξες και με ξεκούρασες κι εμένα. Είδες όταν θέλεις; Μεγάλη χαρά μου ‘δωσες, του έλεγα, συνέχισε έτσι. Ε, αν έβλεπες εσύ συνέχεια, Ευτέρπη μου, έβλεπα κι εγώ, ανάθεμα την ώρα που το άνοιγα κάθε φορά το ρημάδι το στόμα μου να τον παινεύω. Λες κι έχανε τα νερά του. Την άλλη μέρα βομβαρδισμένο το δωμάτιο. Και στο σχολείο έτσι. Μια του ύψους, μια του βάθους. Εκεί που τον έβρισκες, εκεί τον έχανες. Κι ύστερα σου λέει ο καλός ο λόγος. Εγώ τον έμαθα πια και τον κουμαντάρω. Δε μιλώ, κάνω πως δεν πρόσεξα. Αν θες κάν' το, αν θες μην το κάνεις. Έτσι κυλά η ζωή μας. Αλλά τούτοι; Που περιμένανε το πρωτάθλημα, τρομάρα τους; Προκάμανε με τους τίτλους. Τώρα θα μου πεις, αν το παιδί έκανε κάτι καλό να του το λέμε, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι αλλά για τους άλλους. Όχι για το γιόκα μου. Χάνει τα νερά του. Και τώρα να. Του πεθαμού κυκλοφορεί. Τον βλέπω να τον σουτάρουν πάλι. Αχ, Ευτέρπη μου. Κάθε σπίτι και τ’ αγκάθι του. Και τ’ αγκάθι του...

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Η Μάνα

Παίξε μπάλα - Ο οπαδός


Περίεργο τραίνο σου λέω, περίεργο. Άλλοι ανθίζουν με την αναγνώριση, αυτός μαραίνεται. Σα να χάνει τη μπάλα, ρε παιδί μου, σα να χάνει την ισορροπία του. Η καλή κουβέντα τον αποσυντονίζει. Ρε, δε θυμάσαι τις τρίπλες του στον ημιτελικό; Παιχταράς όχι αστεία. Πέντε άδειασε στο διάβα του και τελικά την κάρφωσε ο πούστης. Αστέρι μεγάλο. Όλο το γήπεδο στο πόδι. Την ώρα που αλλάζαμε, σ’ ευχαριστώ Κώστα, του χτύπησε την πλάτη ο μεγάλος, το ήθελα αυτό το παιχνίδι, μετά από αυτό δε με νοιάζει τίποτα πια. Εκείνος δε μίλησε. Κατέβασε τα μάτια. Ε, αυτό ήταν. Τον χάσαμε. Τον ξανάδες να παίζει από τότε; Σέρνεται στο γήπεδο. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, τίποτα. Τον ρωτάς κι απάντηση δεν παίρνεις. Μωρέ εγώ ξέρω τι φταίει. Παρατηρημένο το ‘χω. Μπινελίκια θέλει για να τριπλάρει. Μπινελίκια. Όσο τον χειροκροτάς τον χάνεις. Όσο του γαμάς τη μάνα, την αδερφή κι όλο του το σόι, έρχεται στα ίσα του. Ακούς; Ακούω να λες.

Πίνακας: Γιάνναρης Σπυρίδων, Κεφάλι Νέου Άνδρα

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2007

Παίξε μπάλα



Παίξε μπάλα, φώναζαν, παίξε μπάλα, όλο το γήπεδο στο πόδι κι έφταναν οι ιαχές τους σ’ εκείνον και γίνονταν καρφιά και κάρφωναν τα πόδια του στο γρασίδι, θηλιές γίνονταν και τον έσφιγγαν και πια τις περιβόητες τρίπλες του δεν μπορούσε να εκτελέσει ο μέγας μπαλαδόρος, το αστέρι της χρονιάς. Θριαμβικές οι κριτικές στις εφημερίδες μετά τον τελευταίο αγώνα και κείνο το βλέμμα του μεγάλου…Σ’ ευχαριστώ παιδί μου, σ’ ευχαριστώ, του είπε. Και τώρα το ένοιωθε το βλέμμα του, μέσα στις χιλιάδες το ξεχώριζε, κι ήξερε πως τον απογοήτευε και πως θα τον έβριζε μέσα απ’ τα δόντια του κι αυτόν και το ευχαριστώ που βιάστηκε να ξεστομίσει. Το ένοιωθε το βλέμμα του κι άλλο δεν ήθελε παρά να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο ένα κλικ πίσω απ’ το ευχαριστώ, ένα κλικ πίσω από τους μεγάλους τίτλους, τα χτυπήματα επιδοκιμασίας στην πλάτη και τα μπράβο. Ένα κλικ πίσω και τώρα θα αλώνιζε λεύτερος στο γήπεδο. Αυτός και η μπάλα. Μονάχοι τους. Χωρίς εκείνο το παίξε. Χωρίς το παίξε. Τον βάραινε τούτη η προστακτική της προσδοκίας, αν ήξεραν πόσο τον βάραινε…
Έφτυσε και σούταρε γνωρίζοντας καλά, εκ των προτέρων γνωρίζοντας, πως δίχτυα η μπάλα του γι' άλλη μια φορά δε θ’ άγγιζε.

Πίνακας: Football players, Henri Rousseau, 1908

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007