Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Ψιχάλες



Χτυπούσε η βροχή την παλιά κουζινούλα με τον τσίγκο. Ένας μικρός νεροχύτης, δίπλα μια γκαζιέρα, παραδίπλα το τραπέζι, τραχανάς αχνιστός, ο θείος ο Γιώργος ο ψηλός, ο πατέρας και η λεμονιά η μωρή, η κοντούλα. Ξαναπές το μου, χωνόμουν στην αγκαλιά του, ξαναπές το μου. Και το τραγουδούσε πάλι και πάλι και έξω έκανε κρύο μα μέσα ήταν ζεστά και η βροχή χτυπούσε τον τσίγκο και παράξενο πράγμα, μα, όποτε βρέχει, όποτε βρέχει και κάνει κρύο μέσα κι έξω, άλλο δε θέλω παρά να χωθώ στην παλιά κουζινούλα με τον τσίγκο που τη χτυπούσε η βροχή.

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Η Ομπρέλα, αυγοτέμπερα σε ξύλο

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2007

Παιδιά



Θα κρυφτώ, είπα, κανείς να μη με βρίσκει. Και κρύφτηκα. Επιτυχώς. Τόσο επιτυχώς, που άρχισα να μη με βρίσκω ούτε κι εγώ. Παίδεμα ώρες-ώρες αυτές οι παιδιές. Ακόμη και οι νίκες τους παίζουν κρυφτό με τις ήττες.

Πίνακας: Ζαχαριουδάκης Μανώλης.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

-2007



Με τι μέτρο μετριέται το αργά; Με τα λόγια που δεν είπα, όταν έπρεπε. Με το χάδι που δεν έδωσα, όταν έπρεπε. Με το συγγνώμη που δε ζήτησα, όταν έπρεπε. Μ’ αυτό το βάσανο μετριέται το αργά.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Το Πρόσφορο.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2007

Πήγαινε



Έτσι να μ’ αγαπάς θέλω, με το πήγαινε της μάνας και το κρυφοσταύρωμα στο παραθύρι ευχή της. Πήγαινε να μου λες, πήγαινε κι εδώ είμαι εγώ. Και να προκόψεις όπου κι αν πας, να μου λες, και μη σε νοιάζει, να μου λες. Γιατί εδώ είμαι εγώ. Έτσι να μ’ αγαπάς θέλω. Έτσι. Κι εγώ δε θα πηγαίνω πουθενά. Στ’ ορκίζομαι, στ’ ορκίζομαι, πουθενά δε θα πηγαίνω. Πουθενά. Γιατί όλα στη ζωή όσα ζήτησα, σπάταλα μου τα πρόσφερες μ’ αυτό το πήγαινε στη φούχτα σου απλωμένο.

Πίνακας: Σαρελάκου Ρουμπίνα, Άτιτλο.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

-2007



Μας την έφερες, εντάξει, δικαιούσαι να είσαι ξεκαρδισμένος στα γέλια τώρα. Αλλά δεν είσαι, ε; Πάω στοίχημα πως κλαις, γιατί μας βλέπεις που κλαίμε. Τέτοιος ήσουν μια ζωή. Με το παραμικρό έκλαιγες. Για μια λέξη στη σωστή τη θέση και μια πινελιά στη λάθος, έκλαιγες. Σε παίρναν είδηση ο κόσμος και σε δούλευαν. Πονάω εδώ, σου λέγαν, κι εσύ έκλαιγες. Μου λείπει αυτό, σου λέγαν, κι εσύ έκλαιγες. Είμαι χαρούμενος, σου λέγαν, κι εσύ έκλαιγες. Δεν αξίζει, ρε συ, να κλαις. Μην κλάψεις άλλο. Δεν αξίζει. Δεν κλαίμε για σένα. Για την πλάκα που μας έκανες, κλαίμε. Γιατί βλέπεις την πιστέψαμε. Λέμε, ξέφυγε αυτός, άρα θα ξεφύγουμε κι εμείς. Τον εαυτούλη μας κλαίμε. Κανέναν άλλον. Γιατί δεν ξέφυγες. Και δεν κι εμείς. Που το πιστέψαμε, κλαίμε. Και που την πατήσαμε που το πιστέψαμε, κλαίμε. Και που θα μας ξεχάσουν, όπως θα σε ξεχάσουμε, άμα τη απομακρύνσει, κλαίμε. Τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα. Άμα τη απομακρύνσει.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Καντήλι, λάδι σε χαρτί

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Έτσι που λες, Μαρία



Το τσιμπηματάκι το ένοιωσα, Μαρία μου. Αν θες να σου πω ψέματα για να μη σε στεναχωρήσω, να σου πω, αλλά αλήθεια το ένοιωσα. Αυτό το κροκοδειλάκι στο λευκό μπλουζάκι σου πάνω, τότε στην πρώτη μας συνάντηση, σαν λίγο απειλητικό να μου φάνηκε, σα να μη μου κάθισε καλά. Τον καιρό εκείνο, εκείνα τα κροκοδειλάκια πάνω στα μπλουζάκια ήταν περίεργα πράγματα. Ξένιζαν. Ανορθογραφία να το πω, λεκέ να το πω, πάντως δε μου κάθισε καλά. Απειλητικό μου φάνηκε. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, εσύ μιλούσες δηλαδή, εγώ άκουγα και δε χόρταινα και κοίταζα και δε χόρταινα, σαν ψέματα μου φαινόταν που ήσουν εκεί δίπλα μου και μιλούσες με κείνη τη φωνή σου που με μάγευε. Κοίταζα και δε χόρταινα τα σκούρα σου μάτια και το γλυκό σου πρόσωπο και τη μαύρη την παχιά σου την κοτσίδα, αλλά το βλέμμα μου, όλο και ξεστράτιζε κατά το κροκοδειλάκι το απειλητικό κι άλλο δεν έκανα κάθε τρεις και λίγο, από το να τσακώνομαι μ’ αυτό το βλέμμα μου που ξεστράτιζε. Το μάλωνα και το επανέφερα στην τάξη. Δηλαδή σε σένα. Όλη. Σε σένα που ξεχείλιζες νιότη κι ομορφιά και αποφασιστικότητα και στα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου και σε όσα όμορφα υπόσχονταν τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου. Κι όσο τα άκουγα αυτά τα λόγια, τόσο μάλωνα και με το τσιμπηματάκι της καρδιάς μου και το επανέφερα στην τάξη. Δηλαδή στη τζην σου τη φούστα. Άσε το κροκοδειλάκι, του έλεγα, δες τη τζην τη φούστα, ό,τι πρέπει για την περίσταση, δες τα άσπρα πάνινα παπούτσια, ό,τι πρέπει για την περίσταση, όλοι μας τζην φοράμε και πάνινα παπούτσια. Κι ο Γιώργος ο οικοδόμος και ο Ιδομενέας ο αγρότης και η Ελένη η φοιτήτρια. Όλα ταιριαστά με τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια, όλα ταιριαστά, τι ανησυχείς; Για ένα παλιοκροκοδειλάκι αμελητέου μεγέθους, ανησυχείς; Τέτοια έλεγα στο τσιμπηματάκι και το εξαφάνιζα, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που το εξαφάνιζα, Μαρία μου. Ανάθεμα την ώρα. Γιατί μεγάλωσε το κροκοδειλάκι και σε κατασπάραξε. Ολόκληρη. Κι ήρθες κι έγινες μισή απ’ όσο ήσουν τότε-δε στο είπα προηγουμένως να μη σε συγχύσω, αλλά τάχες τα παχάκια σου, τσίτωνε στις περιφέρειες η φούστα-και πάει και η κοτσίδα σου η όμορφη, κρίθηκε στην πορεία παρωχημένη και πάει και το τζηνάκι, κρίθηκε στην πορεία παρασυνηθισμένο, και πάει και ο Γιώργος ο εργάτης και ο Ιδομενέας ο αγρότης και η Ελένη η φοιτήτρια, κρίθηκαν στην πορεία παραλίγοι. Μόνο τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια τη γλυτώσανε, Μαρία μου, μόνο τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια τη γλυτώσανε, φτερά είχαν φαίνεται τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου και μπορείς και συνεχίζεις να τα ξεστομίζεις αδιάντροπα, δώθε-κείθε. Πολύ δώθε και πολύ κείθε. Και κάθε φορά που σε ακούω να τα ξεστομίζεις, δώθε-κείθε τα όμορφα τακτοποιημένα λόγια σου, Μαρία μου, δεν το μαλώνω πια το τσιμπηματάκι. Έμαθα. Τα τσιμπηματάκια της καρδιάς μας δεν πρέπει να τα μαλώνουμε ποτέ. Ποτέ. Να τα προσέχουμε πρέπει. Να τα υπολογίζουμε πρέπει. Να τα αφήνουμε να βροντοφωνάζουν:
"Εδώ τσιμπηματάκι. Εδώ τσιμπηματάκι."

Raphael Lacoste, Wreck of Esperance (detail).
3D computer graphics illustration. Inspired by the work of Gaspard-David Friedrich.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

Φως



Και ξαφνικά, εκεί που φαίνονται όλα μαύρα, μαύρα, κάπου από το πουθενά, ένα φως στο σκοτάδι. Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα. Ένα φως από το πουθενά. Κι αρχίζεις πάλι να ανασαίνεις. Διστακτικά, αλλά ανασαίνεις. Και δε σε νοιάζει πια το φως από πού έρχεται. Δεν το ψάχνεις. Είσαι ευγνώμων που έρχεται. Η ζωή βρίσκει δρόμους, σκέφτεσαι. Η ζωή βρίσκει δρόμους. Και προχωράς.

Πίνακας: Αναστασία Κροκίδη, Τρέχοντας

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2007

Ευθανασία



Με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, μόνες μου σκέψεις το φαγητό το μεσημέρι, μπάμιες καλύτερα ή φακές κι ένα κρεβάτι για το βράδυ. Μήτε ζερβά μήτε δεξιά κοιτώντας και να ‘ναι οι δρόμοι σπλαχνικοί, να με πηγαίνουν ίσια σπίτι. Άγνωστη ανάμεσα σ’ αγνώστους κι ούτε κανείς να με ρωτά τι κάνεις και πώς πας και πώς τη μέρα σου περνάς. Με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, μ’ όλη τη μνήμη μου σβησμένη, μ’ όλα τα αν και τα γιατί χαμένα, τυφλή, μουγκή και αποφασισμένη να σπρώχνω τον καιρό μου να περάσει, γιατί το θάρρος να περάσω εγώ, ποτέ δεν είχα. Κι αν επιμένουν να ρωτούν με ένα ε και, να απαντάω. Αυτό το μόνο λεξιλόγιό μου να ‘ναι. Με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, έτσι κι αλλιώς κοντά το τέλος είναι, δε θέλω υποχρεώσεις σε αγνώστους, μήτε τη λύτρωση ζητώ από κανέναν, με το κεφάλι κάτω να προχωρώ στους δρόμους θέλω, αυτό ονομάζω εγώ ευθανασία.

Σπάραγμα πορτραίτου γυναίκας, Τέμπερα σε ξύλο από φτελιά, Βρετανικό Μουσείο, Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2007

Τέχνη



Προχωρούσε στη φωτιά και προχωρούσε, μπήκε μέσα στη φωτιά και προχωρούσε κι αγκαλιάστηκε με φλόγες που τη γλείφαν και τη γλύφαν και τη γλείφαν και τη γλύφαν, ώσπου εξαίρετο γλυπτό την παραδώσαν, κόκαλο μαύρο. Ούτ’ ένα δράμι λίπος περιττό. Τι σημαίνει είπαμε κατατηξίτεχνος;