Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

Πανσέληνος ξανά



Αδίκως τρόμαξα. Δεν έχει πανσέληνο απόψε. Λάθος έκαναν. Μα γιατί τόση επιπολαιότης στην ενημέρωση του κοινού; Ας είναι. Θα κοιμηθώ ήρεμα κι αυτή τη νύχτα. Δεν είναι κανείς να με σκοτώσει.

Πίνακας: Γιάννης Σταύρου, Πανσέληνος

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Θησέας



Μ’ έναν πρέπει βράχο φορτωμένο στους ώμους γεννήθηκα. Όλο έπρεπε, εγώ, όλο έπρεπε. Στη σκιά αυτού του βράχου μεγάλωσα. Κι ο πατέρας; Ποιος πατέρας; Θα σε γελάσω. Αβέβαιης πατρότητας, λέει. Μπορεί θνητός, μπορεί αθάνατος, ρωτούσα τη μάνα μου, τίποτα. Όταν σε γνώρισα, πάντως, επισήμως είχα πατέρα. Λίγο διαφορετικό από τους άλλους πατεράδες είναι αλήθεια. Άλλοι κερνάνε τη γειτονιά, όταν γεννιούνται οι γιοι τους, ο δικός μου, όχι. Την είχε κοπανήσει τη μέρα που μ’ έσπειρε κι άφησε τη μάνα να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Της γειτονιάς. Αν γεννήσεις στο μεταξύ, της είπε, κι αν είναι αγόρι το παιδί, της είπε, να μείνει μεταξύ μας το παιδί, της είπε, κι αν στο μεταξύ μεγαλώνοντας γίνει άξιο το παιδί να είναι γιος μου, της είπε, τότε να έρθει να με βρει, της είπε. Αν σηκώσει το βράχο, στο μεταξύ. Κι αν βρει το σπαθί μου, στο μεταξύ. Κι αν το δρόμο το δύσκολο διαβεί, στο μεταξύ. Κι αν επιβιώσει, στο μεταξύ. Πολλά αν και μεταξύ δε νομίζεις; Κι ωστόσο έτσι μεγάλωσα. Αν μεγάλωσα. Μεταξύ. Δύσκολο πολύ να είσαι μεταξύ. Ενός. Γιατί χρειάζονται δύο για να είσαι μεταξύ κι ο άλλος δεν υπήρχε. Και πάλευα να γίνω άξιος. Για να έχω πατέρα. Αν ήμουν άξιος στο μεταξύ. Σωστά το έκανα αυτό, πατέρα; Θα σου άρεσε, πατέρα; Δυναμώνω, δεν είναι έτσι, πατέρα; Θα με αναγνωρίσεις όταν με δεις, πατέρα; Πήρα το δρόμο να σε βρω, πατέρα. Καλά δεν έκανα και σκότωσα στο μεταξύ, πατέρα; Θα με περιμένεις στο μεταξύ, πατέρα; Κάπως έτσι με τον αγνώριστο συνομιλούσα τις νύχτες για αναγνώριση. Θα σκότωνα για αναγνώριση. Και σκότωσα. Πολλές φορές. Για ένα «παιδί μου» και δυο χέρια τραχιά να μ’ αγκαλιάζουν. Κι ακόμη ευχαριστημένος δεν ήταν. Έπρεπε να ξανασκοτώσω. Κάπως έτσι ήρθα σε σένα. Για να σκοτώσω ήρθα. Ακόμη εξετάσεις για αναγνώριση έδινα. Και στο μεταξύ σε γνώρισα. Και σ’ αγάπησα. Χωρίς μεταξύ. Σ’ αγάπησα. Χωρίς όρια. Την αναγνώρισα εγώ την αγάπη, δε δυσκολεύτηκα. Αυτή είναι, είπα. Χωρίς εξετάσεις. Και μ’ αγάπησες κι εσύ, είπες. Έτσι είπες. Αλλά δεν την πρόσφερες όπως-όπως την αγάπη σου. Αν μ’ αγαπάς, παντρέψου με, είπες. Κι αν με παντρευτείς, εγώ θα σε σώσω. Κι επέμενες. Κι ας ήξερες εσύ που πολύ μ’ αγαπούσες, πως θα πέθαινα εκεί μέσα χωρίς τη βοήθειά σου. Στροφές ανάποδες πήρε το μυαλό μου τότε, μα δεν το έδειξα. Έπρεπε να σωθώ. Για να ξεμπερδεύω. Ορκίστηκα να ξεμπερδέψω μια για πάντα. Από τις εξετάσεις. Είσαι τυχερή, Αριάδνη, που σ’ αγάπησα πολύ, είσαι τυχερή. Γιατί, έτσι όπως φρόντισα να κοπώ στις εξετάσεις, εσύ τη γλύτωσες με μια εγκατάλειψη, μονάχα. Μικρό το κακό. Ο άλλος, ο πατέρας, που περίμενε το γιόκα του νικητή, δε γλύτωσε. Γιατί στο μεταξύ, «ξέχασα» να αλλάξω τα πανιά. Της αναγνώρισης.

Στη φωτογραφία, παράσταση από κύλικα, 490-480 π.Χ. Ο Θησέας εγκαταλείπει την κοιμισμένη Αριάδνη στο νησί της Νάξου, ενώ ο Ερμής παρακολουθεί.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Διόνυσος





Φταίω. Ότι φταίω, φταίω. Το πήρε είδηση και με καταράστηκε. Μα δε βαρυγκώμησα ποτέ που κείτομαι τ’ ανάσκελα εδώ. Κοτζάμ άντρας 10,50 μέτρα. Ανάσκελα κολλημένος στο χώμα. Καταδικασμένος σε αιώνια ακινησία. Να με χαστουκίζουν οι βροχές και να με κουτσουλάνε τα πουλιά. Γιατί; Γιατί αγάπησα. Εγκλημάτησα από αγάπη. Προσπάθησα να την κρατήσω κοντά μου, μ’ όποιον τρόπο μπορούσα, χωρίς να υπολογίζω τα θέλω της. Τη διεκδίκησα, ναι. Φυσικό δεν ήταν; Σιγά να μην την άφηνα στο φλούφλη. Τη χρησιμοποίησε και την πέταξε. Γελάω, όποτε τον θυμάμαι. Έτρεμε σαν εμφανίστηκα μπροστά του, ο γενναίος. Λόγια πολλά και πράξεις μηδέν. Αν δεν ήταν εκείνη, δε θα ήταν αυτός που έγινε. Ο «ήρωας». Κι αν δεν ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος, κάτι άλλο, που θα τον φόβιζε. Με την πρώτη ευκαιρία θα την πρόδιδε. Να με ευγνωμονεί πρέπει ο αχρείος. Τουλάχιστον, έχει να δικαιολογείται πως δεν μπορούσε σε θεό ν’ αντισταθεί. Τρίχες. Έτσι είναι οι αγάπες, ρε; Έτσι; Την κάνουμε στην πρώτη δυσκολία; Ποτέ δεν της τα είπα όλα αυτά. Την άφησα να με καταριέται. Έσκυψα το κεφάλι, άτολμο παιδί μπροστά της, και την άφησα να με καταριέται. Καλύτερα, καλύτερα να καταριέται εμένα, παρά να νοιώσει πως την πέταξε. Πως δεν την αγάπησε ποτέ. Αυτό, όχι. Αυτό δε θα το άντεχε. Μην κοιτάς, εγώ αντέχω. Μάρμαρο εγώ. Τι θεός θα ‘μουν; Αντέχω. Άντεξα το βλέμμα της που ξεστράτιζε από πάνω μου, δεν υπήρχα ώρες-ώρες γι’ αυτήν, δεν υπήρχα. Άντεξα που έφευγε τις νύχτες από την αγκαλιά μου, στεκόταν στο παραθύρι κι αγνάντευε τη μαύρη θάλασσα. Άντεξα. Μια κουβέντα είναι αυτό, δηλαδή. Θυμάμαι την έκπληξη τους σα με σκαλίζαν τότε. Δεν πίστευαν στα μάτια τους που ράγισα έτσι. Με παράτησαν στο νταμάρι. Δε γινόταν τίποτα, λέει, με μένα. Να σταθώ στα πόδια μου, δεν υπήρχε ελπίδα. Εγώ ο ανθεκτικός. Ραγισματιές γέμισα. Ραγισματιές. Ρωγματώσεις τις λένε οι σημερινοί τις ραγισματιές, το ήξερες; Ήρθανε από πάνω και με ψάχνανε, με βάλανε στο μικροσκόπιο, οι επιστήμονες. Δεν πα να τις λένε όπως θέλουν. Τι ξέρουν αυτοί; Εγώ αγάπη τις λέω. Είναι η αγάπη που ραγίζει τις πέτρες. Φύγε τώρα από πάνω μου. Σκοτείνιασε. Θέλω να μείνω μόνος μαζί της. Σου το είπα. Δε βαρυγκώμησα ποτέ που κείτομαι τ’ ανάσκελα. Γιατί μπορώ να τη βλέπω. Έστω κι έτσι. Να τη, πρόβαλε πάλι. Τη βλέπεις; Εκεί, εκεί ψηλά. Αυτό το στεφάνι φόρεσε στα χρυσά της τα μαλλιά σαν παντρευτήκαμε. Εγώ της το χάρισα. Ρώτα να σου πουν γι’ αυτήν. Corona Borealis, έτσι την ξέρουν.

* Στη φωτογραφία, ο Κούρος της Νάξου, ο που δεν τέλειωσε ποτέ. Λένε πως είναι ο Διόνυσος ή ο Απόλλωνας. Με βόλεψε ο Διόνυσος. Ζητώ συγγνώμη από τον Απόλλωνα.

** Τώρα που το ξαναδιαβάζω, μου φαίνεται πιότερο ταιριαστό να ζητήσω συγγνώμη από το Διόνυσο. Τον Απόλλωνα δεν τον κακοποίησα. Ακόμη.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2007

Αριάγνη



Σ’ αγάπησα πολύ εκεί κάτω. Πρόδωσα για χάρη σου, το ξέρεις. Κι εσύ με παράτησες. Θύμωσα πολύ μαζί σου, τότε. Πολύ. Σε σκέφτομαι, κάπου-κάπου. Κάπου-κάπου, όχι πολύ. Κάπου-κάπου. Είμαι με κάποιον που μ’ αγαπάει τώρα. Κι αν θες να ξέρεις, έχει δύναμη μεγάλη. Τον λατρεύουν. Εγώ; Αν τον λατρεύω εγώ, ρωτάς; Του χρωστάω πολλά. Ζω ήσυχα. Ήσυχα ζω. Είναι τάχα λίγο αυτό; Κι εσύ; Εσύ, μια και το ‘φερε η κουβέντα, πώς ζεις; Ξέρεις, όταν κάπου-κάπου σε σκέφτομαι, κάπου-κάπου, όχι συνέχεια, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ τι έφταιξε, καταλαβαίνεις φαντάζομαι, οποιαδήποτε στη θέση μου θα αναρωτιόταν. Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ. Όχι ότι σ’ αγαπώ ακόμη, μην πάει εκεί το μυαλό σου, έτσι από περιέργεια ρωτώ. Λοιπόν, ακούω. Μεταξύ μας είμαστε, εξάλλου. Κι έχει περάσει τόσος καιρός. Κι όπως σου είπα ήδη, ζω ήσυχα τώρα. Ήσυχα ζω. Ήμουν πια δεδομένη, λες; Αυτό να ‘φταιξε; Το σκέφτομαι κάπου-κάπου αυτό. Κάπου-κάπου. Είχες τα δίκια σου. Δε σου επέτρεψα να σου λείψω. Ήμουν πάντα εκεί. Κουραστικό αυτό το πάντα εκεί, δε συμφωνείς; Δε σου επέτρεψα να σου λείψω. Εδώ που τα λέμε κι εγώ δε θα το άντεχα αυτό το πάντα εκεί. Να υποθέσω ότι ερωτεύτηκες άλλη; Θα ‘ταν μια καλή δικαιολογία αυτό. Δε βοηθάνε όμως οι πηγές. Δε λένε κάτι τέτοιο. Έτσι ξαφνικά μ’ εγκατέλειψες, λένε. Να υποθέσω ότι φταίει αυτή η κλωστή; Τι σε βοήθησε αυτή η κλωστή να βρεις; Το δρόμο θα πεις. Ναι, αυτό το λένε κι οι πηγές. Το δρόμο. Αλλά ποιο δρόμο; Για έξω; Για μέσα; Αυτό δεν το λένε οι πηγές. Θέλω να πω, ναι, βγήκες έξω. Αλλά από ποιο λαβύρινθο; Από ποιο λαβύρινθο; Κι έφυγες μακριά. Φύγαμε μακριά. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, όχι, όχι περισσότερο, κάπου-κάπου, κάπου-κάπου, λέω μήπως αυτό έφταιξε. Αυτός ο πληθυντικός. Το φύγαμε μακριά. Γιατί αν είναι έτσι, αν, λέω είναι έτσι, τότε μόνο εγώ έφυγα μακριά. Εσύ δεν έφυγες. Γιατί κουβαλούσες κι εμένα μαζί σου. Κι εγώ ήμουν κομμάτι αυτού του λαβυρίνθου. Πόσο ελεύθερος μπορείς να νοιώσεις κουβαλώντας ένα τέτοιο κομμάτι μαζί σου; Πόσο «έφυγες»; Πόσο μια νέα αρχή μπορείς να κάνεις, όταν κάποιος σε ξέρει καλά; Όταν εκείνον να τον ξεγελάσεις δεν μπορείς; Όταν για εκείνον είσαι επίσης δεδομένος; Όταν σε ξέρει σαν κάλπικη δεκάρα; Ίσως ήταν καλύτερα, ίσως ήταν καλύτερα, λέω, καλύτερα που έφυγες μόνος τελικά. Πώς θα χωρούσα στη νέα σου ζωή; Δεν ταίριαζα με το σχέδιο σου της αναγέννησης. Δεν ταίριαζα. Τώρα βέβαια τι σημασία έχουν όλα αυτά τώρα πια θα πεις. Έλα, μη μελαγχολείς. Δεν αντέχω να μελαγχολείς. Καμία. Καμία δεν έχουν. Κουβέντα να γίνεται. Κουβέντα να γίνεται. Ε, όπως και να το κάνεις, και τις χαζοκουβέντες τις έχουν ανάγκη οι άνθρωποι κάπου-κάπου. Κάπου- κάπου.

Φωτογραφία: Γιαννούλης Χαλεπάς, Κεφάλι Αριάδνης

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2007

Αμήχανον




Το ξέρω πως δεν πρόκειται ποτέ να φύγω από δω. Κλείσανε οι δρόμοι με κυκλώσανε, στη μέση εγώ Μανώλης και γύρω-γύρω οι δρόμοι. Κι όλο κάποιος το τραβάει το σκαμνί κι όλο χάνω και ξανακάθομαι σ’ αυτό και πάν οι δρόμοι και το φτού ξελευτερία. Μόνο το δεν περνάς έμεινε. Το δεν περνάς κυρά-Μαρία. Κι ύστερα σου λέει μεγαλώσαμε.

Πίνακας: Καίτη Μαυρομμάτη, Γυναίκα Σε Μπαλκόνι.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

Μόνο και μόνο γιατί μ' αρέσει να το ακούω...



- Σκουτελοβαρίχνω σου!

- Αντιστέκομαί σου!

Ο πίνακας του Γιάννη Μόραλη

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007

Γεωγραφίες



Εκείνη η σκάλα, σου έλεγα, εκείνη η σκάλα, την ανέβαινα με την καρδιά σφιγμένη, άλλο δε θυμάμαι από κείνη τη σκάλα στο σπίτι του Καβάφη, ένα είμαι εδώ, είμαι εδώ, και σκόνταψα θυμάμαι κι ένοιωσα τρόμο που ασέβησα σκοντάφτοντας κι ύστερα που ανέβηκα και σταμάτησε ο χρόνος, θολά όλα, όχι, δεν ήταν σκονισμένα τα έπιπλα, σου έλεγα. Πού; Στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, απαντούσα. Ναι, αλλά πού, σε ποια οδό; Δεν ήξερα να πω, δεν το θυμόμουν, μόνο τον κόμπο στο στομάχι ήξερα, μα εσύ επέμενες. Kαι κάπως έτσι έπαψα να μιλώ για Αλεξάνδρεια. Κι άλλοτε πάλι, μύριζε το ποτάμι, σου έλεγα, μια βαριά γλυκερή μυρωδιά μύριζε, ανθούς και θυμιατά και κρέας ψημένο και σαπούνι και κόσμος πολύς στο θολό ποτάμι, από δω να καίνε νεκρούς κι από κει να πλατσουρίζουν παιδιά στο μαύρο το νερό, από δω να ξυρίζουν το κεφάλι τους οι γιοι των πεθαμένων κι από κει οι ζωντανοί να πλένουν τα πολύχρωμα , ζωή και θάνατο μύριζε το ποτάμι, σου έλεγα. Ποιο ποτάμι; Δεν ήξερα να πω, κάπου στο Νεπάλ, απάντησα. Ναι, αλλά πού ακριβώς; Δεν ήξερα να πω, δεν το θυμόμουν, μόνο τη μυρωδιά του ήξερα, μα εσύ επέμενες. Kαι κάπως έτσι έπαψα να μιλώ για το Νεπάλ. Και γι’ άλλους τόπους έτσι. Έπαψα να μιλώ. Για όλους έπαψα να σου μιλώ, για όλους. Γιατί ονόματα και αριθμούς δεν έχω να σου δώσω. Χρώματα οι μνήμες μου και μουσικές και γεύσεις και κόμποι και ξαφνιάσματα. Πάει να πει χωρίς αντίκρισμα. Αν δεν τα ονοματίσεις, δεν υπάρχουν για κανέναν άλλον έξω από σένα. Και καλά οι ξένοι. Αλλά εσύ; Εσύ; Εσύ που δεν είσαι έξω από μένα, είσαι; Πώς τις μηδένισες τις μνήμες μου και κάπως έτσι γελαστά με αποκάλεσες αγεωγράφητη;

Πίνακας: Γ. Βακιρτζής, Άνθρωποι

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2007

Να σου ψιθυρίσω δύο φωνήεντα;



Τη διαφορά ανάμεσα στο α και το ο, την ξέρεις φαντάζομαι. Όχι; Έλα, πρόφερε μαζί μου α. Το βλέπεις πόσο μεγάλο ανοίγει το στόμα σου; Αφήνει χώρο πολύ. Για όλους. Πρόφερε τώρα μαζί μου το ο. Παρατηρείς; Παρατηρείς πόσο ο χώρος στενεύει; Πώς έρχονται τα χείλη σου πιο κοντά το ένα στο άλλο; Εκεί δε χωράν πολλοί. Στριμωχτά είναι. Και σου έχω πει πόσο μ’ αρέσει το στρίμωγμα, δε σου το έχω πει; Ωραία. Την επόμενη φορά, λοιπόν, όποτε χρειαστεί, όποτε, να σε πιέζω δε θέλω, όποτε χρειαστείς να το πεις, όποτε, μη μου ξαναπείς σ’ αγαπάω, γιατί το ίδιο λες στον αδελφό σου, στην αδελφή σου, στη μάνα σου. Δε θέλω αυτό το α σου το μεγάλο, που τους χωράει όλους, με μπερδεύει. Θέλω το ο σου να ακούω τονισμένο, να στρογγυλεύουν καραμέλες τα χείλη σου, να χωράνε μόνο εμένα. Όποτε μ’ αγαπάς, αν, όποτε, αν, όποτε, ποτέ μη μου ξαναπείς σ’ αγαπάω. Ποτέ. Σ’ αγαπώ να μου λες, μονάχα. Σ’ αγαπώ.

Πίνακας: Γιώργος Μήλιος, Σ’ αγαπώ, μικτή τεχνική σε μουσαμά

Η παράδοση



Πατέρας παραδίδει κόρη στο συμπέθερο.

«Συμπέθερε, φεύγουμε εμείς, την αφήνουμε στα χέρια σου τώρα. Εσύ είσαι ο πατέρας. Και αν κάτι δεν πάει καλά, ξέρεις εσύ. Ρίξε και κανένα μπερντάκι. Δε χάλασε ποτέ κανέναν».

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η κόρη δεν αντέδρασε στο άκουσμα των λόγων. Ούτε τότε, ούτε αργότερα. Γιατί ένα χεράκι ξύλο δε χάλασε ποτέ κανέναν. Κι ας μην ήταν εγκληματίας. Κι ας μην υπηρετούσε ούτε ο πατέρας, ούτε ο συμπέθερος, ούτε ο γιος του συμπεθέρου στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας.

Πίνακας: Γιώργος Μπουζιάνης, Γυναίκα Που Κοιτάει Πίσω. Υδατογραφία σε χαρτί.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2007

Μάτια



Η κυρά Μαριώ, που λες, ήταν όμορφη γυναίκα. Κακάσχημη αλλά όμορφη, αν εννοείς. Μπαξές. Με τα αστεία της, με τα γέλια της τα τρανταχτά, με τα χαχαχα με παρασύρατε κι είναι και παιδιά μπροστά, και με τα όλα της. Αν εννοείς. Κρεμόμαστε όλοι από το στόμα της. Κι απ’ το τηγάνι της. Μια πρέζα κύμινο και μπόλικο κρασί και τσιτσίριζε γύρω της όλη τη γειτονιά σμυρνέικο σουτζουκάκι. Να τσιτσιρίζονται στο τηγάνι τα σουτζουκάκια κι αυτή από πάνω. Να τσιτσιρίζεται. Με μια πρέζα δάκρυα και μπόλικο «καλέ συ Παναγιά μου κι άγια μου Φωτεινή, βοήθα με κι εμένα την Αλατσατιανή» Πάνω απ’ το τηγάνι να τσιτσιρίζεται. Και μας τσιτσίριζε κι εμάς ολόγυρα. Κάθε φορά αυτό. Πρώτα το γέλιο, ύστερα το κλάμα, πρώτα το κλάμα, ύστερα το γέλιο, αδιάφορο. Αλλά μας άρεσαν όλα της τα νόστ-ιμα. Αν εννοείς. Και το κλειδί στη γλάστρα με το γεράνι. Σε περίπτωση ανάγκης. Και το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλο σε ράφι χαμηλό. Να το φτάνουνε τα χέρια μας. Μπαίναμε, σεργιάνι στη γειτονιά η Μαριώ, αδειάζαμε το βάζο, την άλλη μέρα πάλι γεμάτο το βρίσκαμε. Κι άχνα. Ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, δε νοιαζόταν. Ήξερε. Η ανάγκη μπαινόβγαινε. Δε νοιαζόταν. Η ανάγκη. Δική της και δική μας. Να ταΐζεται και να ταΐζει. Δε νοιαζόταν για τίποτ’ άλλο. Μόνο γέμιζε γλυκό τριαντάφυλλο και πάλι και πάλι. Κι εμείς εκεί. Τι κι αν κοκκίνιζε η βέργα τα χέρια μας στο σχολειό την επομένη. Εμείς επιμέναμε. Την κατσίκα του Δία τη λέγανε Μαριώ και για κέρατο είχε ένα βάζο με γλυκό τριαντάφυλλο.

Και μου λείπει η Μαριώ, φιλαράκι, μα την Παναγία και την άγια Φωτεινή, μου λείπει. Μεγαλώνει η γειτονιά αλλά Μαριώ δεν έχει. Μπαξές είσαι κι εσύ, δε λέω. Με τα αστεία σου και με τα σοβαρά σου κι όλα τα νόστιμά σου. Και τσιτσιρίζομαι μαζί σου, που τσιτσιρίζεσαι. Και, α, όλα κι όλα, αδικίες δε θέλω, το κλειδί κι εσύ στη γλάστρα με το γεράνι, όταν λείπεις, το αναγνωρίζω. Γιατί ξέρεις πως στην πόρτα σου η ανάγκη με φέρνει. Αν εννοείς. Και το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλο στη θέση που πρέπει. Να το φτάνω. Αδειάζω εγώ, γεμίζεις εσύ και πάλι και πάλι. Αν εννοείς. Μόνο να, ένα παράπονο έχω. Εσύ νοιάζεσαι λιγουλάκι παραπάνω από τη Μαριώ μου ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει στο σπίτι σου και ποιος το βάζο με το γλυκό τριαντάφυλλό σου αδειάζει. Κι άχνα μη βγάλεις. Το ξέρω πως νοιάζεσαι. Το νοιώθω που με μετράς. Πότε μπαίνω, πόσο μένω, αν ήταν η βίζιτα αρμένικη ή όχι, πόσο γλυκό τριαντάφυλλο κεράστηκα. Το νοιώθω που με μετράς. Έρχομαι σπίτι σου, λείπεις, αλλά μάτια να με μετράνε αφήνεις πίσω. Μάτια να με μετράνε. Αν μ’ εννοείς. Και γαμώτο, φιλαράκι, μου λείπει η Μαριώ μου, μου λείπει η αθωότητά της, όλο και πιο πολύ μου λείπει, γιατί ξέρεις…Να, πώς να στο πω, δε μ’ αρέσει γαμώτο να μετράνε τις μπουκιές μου, δε μ’ αρέσει. Κάπως ανοίκεια νοιώθω. Κάπως ανοίκεια. Κι όταν νοιώθω ανοίκεια, φιλαράκι, να, πώς να στο πω να μην παρεξηγήσεις, δε θέλω να παρεξηγήσεις, αλλά να…Μου κάθεται το γλυκό τριαντάφυλλο στο λαιμό και δεν μπορώ να το απολαύσω. Αν μ’ εννοείς.

Πίνακας: Χρήστος Γαρουφαλής, Μάτια.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Το κλειδί



Το λένε κλειδί, παιδί μου, γιατί ξεκλειδώνει, έτσι έλεγε. Κι εγώ γελούσα, γιατί την ίδια ακριβώς παράξενη, κατά κάποιο τρόπο, ετυμολογία, ακολουθούσε με τα περισσότερα των γύρω πραγμάτων. Τα μελομακάρονα, παραδείγματος χάριν, σα να την ακούω τώρα, τα λένε, παιδί μου, μελομακάρονα γιατί είναι μακαρόνια με μέλι. Ή το άλλο που, επίσης, δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω. Το λένε κουνελάκι τηγανητό, γιατί το κουνελάκι είναι νόστιμο, μόνο όταν το μαγειρεύεις στο τηγάνι. Κάπως έτσι. Ναι, κάπως έτσι γελούσα με την κυρία Μαρία, τη γειτόνισσα. Έπειτα, κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου με το κλειδί που ξεκλειδώνει ανά χείρας κι έγραφα στο αγαπημένο μου ημερολόγιο τα σώψυχά μου. Όλα. Επί παντός επιστητού. Κι ανεπαισθήτου. Κι όσο το φόρτωνα το ημερολόγιο, τόσο ξεφόρτωνα εγώ. Ύστερα, με το κλειδί που ξεκλειδώνει, προσεκτικά το κλείδωνα και το έκρυβα σε κρυψώνα σίγουρη (επιμένω να πιστεύω) και το κλειδί στον κόρφο μου κρεμούσα, μην τυχόν κι όλα όσα έγραφα πέσουν στα χέρια του πατέρα και τα διάβαζε και ποιος τον άκουγε τον πατέρα, όταν φόρτωνε, πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Πολύ περισσότερο, αν υποψιαζόταν πως τα γνώριζε και η κυρία Μαρία τα βάρη μου. Κι ήταν αρκούντως φορτωμένο το ημερολόγιο για να τον φορτώσει. Και περνούσε ο καιρός και γύριζα στις πίσω σελίδες, έβλεπα τον εαυτό μου στριμωγμένο να καθρεφτίζεται σ’ αυτές και γελούσα. Ή έκλαιγα. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Τον ξανακλείδωνα με το κλειδάκι και τον άφηνα εκεί στο στρίμωγμά του.

Ύστερα τα πράγματα άλλαξαν. Η κυρία Μαρία έπαψε να περιφέρει την παράξενη ετυμολογία της στη γειτονιά, όχι διότι εστέρεψε φαντασίας, γειτονιάς εστέρεψε, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Αλλάξαν όλα. Κι εγώ άλλαξα. Το ημερολόγιο έγινε μπλογκ ή βλογ ή διαδικτυακό ημερολόγιο, αλλά κι αυτό δεν είναι της παρούσης. Κι όλα τα αισθητά κι ανεπαίσθητα, όλα τα μου, όλα τα για μένα, όλα αυτά για τα οποία φοβόμουν έναν και μόνον πατέρα, άντε και την κυρία Μαρία της γειτονιάς, σε κοινή θέα, πια. Αλλά δε φοβάμαι. Όχι διότι, όπως, προηγουμένως, σου ετόνισα, εξέλιπε η γειτονιά. Όχι, καθόλου έτσι μη σκεφτείς. Το κλειδάκι εξέλιπε. Το κλειδί που, κατά την κυρία Μαρία, το λένε κλειδί, γιατί ξεκλειδώνει. Κι όσοι διαβάζουν τα δικά μου μου και τα για μένα, κουβαλούν τα δικά τους κλειδιά και ξεκλειδώνουν. Τα δικά τους κλειδιά. Κι αντικρύζουν όχι εμένα, αλλά τους εαυτούς τους στριμωγμένους στις σελίδες. Και γελάνε. Ή κλαίνε. Πράγμα το οποίον, επίσης, δεν είναι της παρούσης. Γελάνε ή κλαίνε. Αλλά όχι για μένα. Όχι για μένα. Για κείνους. Για κείνους γελάνε ή κλαίνε. Και αυτό, ναι, αυτό είναι της παρούσης. Γιατί το δικό μου κλειδί, που το λένε έτσι γιατί ξεκλειδώνει, πάντα στο δικό μου κόρφο κρεμασμένο είναι. Σε κανενός άλλου. Κι ο πατέρας που, ίσως, θα μπορούσε να το βρει, δε σερφάρει. Ούτε η κυρία Μαρία.

Πίνακας: Γιάννης Ψυχοπαίδης, Το Γράμμα Που Δεν Έφτασε.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Στο τσιγάρο που κρατώ



Και τώρα οι δυο μας. Ολομόναχοι. Πάντα ήταν έτσι, δεν ήταν; Έτσι. Έτσι. Εσύ κι εγώ και τίποτα άλλο. Το ήξερα, το ήξερα από την αρχή πως θα ‘ταν έτσι. Κοίταξα στο σωρό και είπα. Μ’ αυτόν θα πεθάνω. Κι από τότε δε σε αρνήθηκα, σε αρνήθηκα; Όχι. Έτσι. Σα ν’ αρνιόμουν τον εαυτό μου θα ήταν. Όχι πως δεν τον έχω αρνηθεί τον εαυτό μου ως τώρα. Εσύ το ξέρεις καλύτερα απ' τον καθένα. Κάποιος στην κολυμπήθρα πρέπει να ‘φτυσε την ώρα που με βάφτιζαν, αλλιώς δεν εξηγείται εκείνο το Πέτρος που μ’ ακολουθεί σε κάθε βήμα. Και δυο και τρεις και δεκατρείς μ’ αρνήθηκα. Όμως εσένα, όχι, όχι. Τις μάσκες μου παραγγελιά τις φτιάχνω. Να σε χωράνε. Εσύ κι εγώ πάντα μαζί. Και πάντα μόνοι. Κανείς δεν μπαίνει ανάμεσά μας. Μ’ όποιο κόστος. Κι ας στενεύει ο κύκλος. Γέμισε ο κόσμος λακκούβες κι απαγορεύεται, το κατάλαβες; Για το καλό μας. Επικίνδυνη παρέα είσαι, λέει. Σε σένα τα ξερνάω όλα, λέει. Δεν μπορώ να σου κρυφτώ, λέει. Κι ας αγαπιόμαστε κυρίως στο σκοτάδι. Ξεσηκώθηκαν οι σωτήρες να με σώσουν. Γιατί με σκοτώνεις, λέει. Αφηνιάζουν που αφηνιάζουμε στις κουβέντες μας και τους αφήνουμε απ’ έξω. Και κυρίως που αφήνουμε τον Πέτρο απ’ έξω. Επικίνδυνο, λέει. Για ένα όνομα ζούμε. Σκοτώνεσαι, λέει. Ε, και; Θα μου απαγορέψεις να σκοτωθώ, γαμώτο; Ούτε σ’ αυτό έχω επιλογή; Δεν πα να λένε. Αποφασισμένο το έχω. Μ’ όποιο κόστος. Παρανομία; Παρανομία. Λάθρα; Λάθρα. Για το βιώσας ας μην ορκιστούμε. Τι έλεγα; Α, ναι. Έλεγα πως πρέπει να το παραδεχτούμε, φίλε. Είναι ακριβή η φιλία στις μέρες μας. Όλο και πιο πολύ ακριβαίνει. Και διώκεται ποινικώς.

Πίνακας: Στάθης Βατανίδης, Σκέψη. Λάδι σε μουσαμά

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2007

Η εξαφάνιση



Το κορίτσι περπατούσε πλάι του. Τι πλάι του δηλαδή, μια κουβέντα το πλάι, δεν τον προλάβαινε. Εκείνος μεγάλες δρασκελιές, εκείνο ακολουθούσε ασθμαίνοντας, αγωνίζονταν τα μικρά ποδαράκια, ένα δύο, ένα δύο, να τον προλάβουν. Μα δεν έβγαζε άχνα. Άχνα δεν έβγαζε. Σάμπως δεν την είχε ακούσει τη γιαγιά, μήνες πριν; Εκείνη δεν το ήξερε, αλλά το κοριτσάκι την είχε ακούσει. Καθαρά το είπε στη γειτόνισσα. «Το ‘θελε ο Κώστας το αγόρι. Να του στέκεται και στα γελάδια. Αλλά στάθηκε άτυχος. Τώρα…». Τώρα το κορίτσι περπατούσε έτσι όπως θα έπρεπε ένα αγόρι να περπατά. Χωρίς δεν προλαβαίνω, χωρίς κουράστηκα, χωρίς περίμενέ με. Και τα γελάδια άρμεγε με μικρά-μικρά χεράκια, ένα δύο, ένα δύο, κι ας αναγούλιαζε. Και στα χωράφια πήγαινε και ξεβοτάνιζε. Κι ούτε φοβόταν τα βατράχια. Και κείνη τη φορά που πετάχτηκε το φίδι κάτω απ’ τις πέτρες στην παλιά αποθήκη με το σανό, δεν ούρλιαξε απ’ έξω του, από μέσα του ούρλιαξε. Κι όταν χτυπούσε, δεν έκλαιγε απ’ έξω του. Κι ας έτρεχε αίμα. Μέσα κι έξω του. Γιατί τα αγόρια δεν κουράζονται, δεν αναγουλιάζουν, δε φοβούνται, δεν ουρλιάζουν, δεν πονάνε, δεν κλαίνε. Κι ο πατέρας ήθελε αγόρι. Και κείνο τον αγαπούσε τον πατέρα. Πώς να τον κακοκαρδίσει; Πώς να του χαλάσει το χατίρι; Όχι, δεν του χάλασε ποτέ χατίρι του πατέρα. Ούτε κανενός άλλου.

Πίνακας: John Christoforou "Portrait d'un Personnage", 1989

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007

Κάθαρση



Αναγκαστήκαμε να του σπάσουμε τα πόδια. Όχι πολύ, μη φοβηθείς. Ελάχιστα. Ίσα-ίσα στους αστραγάλους. Καιρό το παλεύαμε, αλλά για όλα έρχεται η στιγμή. Ό,τι δεν καταφέραμε παλιότερα, το μπορέσαμε τώρα. Τύψεις; Όχι, έπρεπε να γίνει. Πολύ ψηλός. Σε όλα. Ύβρις να ξεχωρίζει. Ούτε ο Θεός δεν το θέλει. Αν το ήθελε, θα τον προετοίμαζε. Ήταν από κείνη την πάστα των ανθρώπων ο πούστης, που δεν το ‘χουν σε τίποτα να σηκώσουν το τηλέφωνο και να δώσουν ακριβείς οδηγίες για το φέρετρό τους. Τόσο πολύ άντεχε. Όλα καλά, όμως. Ξαφνικός ο θάνατος, δεν πρόλαβε. Αναλάβαμε εμείς και επιτέλους προλάβαμε. Αποκαταστήσαμε την τάξη. Τακτοποιήσαμε την ιδιαιτερότητα. Τον φέραμε στα μέτρα μας. Φέρετρο στα μέτρα των κοινών ανθρώπων. Ίσος μας, πια. Επιτέλους. Τύψεις; Όχι. Τώρα λέω πως δε γινόταν αλλιώς. Δε χωρούσε αλλιώς. Α, και πού ‘σαι; Εκείνο το «αναγκαστήκαμε» στην αρχή, σβήσ’ το. Δεν απολογούμαι. Ό,τι κάναμε, κάθαρση το λένε. Κάθαρση το λένε, ακούς ; Κάθαρση. Και τύψεις δεν έχω, σου λέω, τύψεις δεν έχω. Κάθαρση το λένε ό,τι κάναμε. Ανάθεμά το, το κάθαρμα, ανάθεμά το.

Πίνακας: Γιάννης Γαΐτης, Ανθρωπάκια, κατασκευή από ζωγραφισμένο ξύλο.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2007

Μια μικρή ιστορία



Αυτή τη φορά δε θα το πάθαινε, το είχε αποφασισμένο. Νισάφι πια με τα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν στο σόι για τις γκάφες της, νισάφι. Όπου «και του χρόνου» σε γάμο, κι όπου «να ζήσετε να τον χαιρόσαστε» σε κηδεία, η Μαρίτσα από πίσω. Και να πεις πως δεν πρόσεχε; Όσο μπορούσε πρόσεχε και, εδώ που τα λέμε, τις ατάκες που την έκαναν καταγέλαστη και εν πολλοίς διάσημη στην οικογένεια, με το σωστό ύφος και ήθος τις εκστόμιζε πάντα. Τώρα, πώς κάθε φορά, άλλα πρόβαρε να πει κι άλλα της βγαίναν, ουδείς μπορούσε να εξηγήσει κι αυτή ακόμη περισσότερο. Τέλος όμως. Τέλος.

Σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το Τρίτο κι όσο έτρεχε αγκομαχώντας να προλάβει την πομπή, επαναλάμβανε: «να ζήσεις να τον θυμάσαι, Καλλιόπη μου, να ζήσεις να τον θυμάσαι», δάκρυσε κιόλας την ώρα που το σκεφτόταν, περιέργως πώς, πάντα ο έλεος της Μαρίτσας ακολουθούσε τεθλασμένη πορεία. Να, για κείνο το τρεμάμενο «Χάσαμε τον πατέρα, κουμπαρούλα μου», της Καλλιόπης στο τηλέφωνο και για τη στιγμή που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά της στο νεκροταφείο για να της δώσει κουράγιο, δάκρυζε τώρα. Το πάθος των συγγενών τη συγκλόνιζε, αυτό ναι, όχι του ίδιου του παθόντα. Γκαφατζού γκαφατζού, αλλά και άνθρωπος πρακτικός. Ο εκλιπών εξέλιπε, τελεία και παύλα και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια γι’ αυτό. Το θρήνο των άλλων, αυτόν δεν μπορούσε να αντέξει, ειδικά όταν τους αγαπούσε πολύ, όπως καληώρα την Καλλιόπη. Για να καταλάβεις, ο κόσμος έκλαιγε κοιτώντας το νεκρό στο φέρετρο κι η Μαρίτσα έκλαιγε ακούγοντας την Καλλιόπη που έκλαιγε. Ακούγοντας, γιατί να τη δει δεν μπορούσε, πολύς ο κόσμος, δεν πρόλαβε να πιάσει την πρέπουσα θέση, ας όψονται οι συγκοινωνίες, τελικά το σημείο περικυκλωμένο, μα τόσος κόσμος πια, ομολογουμένως δεν το περίμενε αλλά δεν μπορούσε να το επεξεργαστεί τώρα, ήταν και κοντούλα, τίποτα δεν μπορούσε να δει, ακούει κι εκείνο το σπαραχτικό «πατερούλη μου σε χάνω» και ξέσπασε σε λυγμούς, χωρίς ωστόσο να ξεχνά να επαναλαμβάνει σιγανά, «να ζήσετε να τον θυμόσαστε, να ζήσετε να τον θυμόσαστε», τούτη τη φορά όλα θα τα έκανε σωστά, όλα θα τα έκανε σωστά.

Με το σωστό το βλέμμα κοίταξε το πλήθος που αραίωνε και την Καλλιόπη που υποβασταζόμενη στάθηκε παραπέρα για τους συνήθεις ασπασμούς, και προχώρησε μόνη της στο φρεσκοανοιγμένο τάφο να αποθέσει τα χρυσάνθεμά της, όπως ακριβώς έπρεπε. Πλησίασε σχεδόν ακροβατώντας, ανάμεσα στους λάκκους, στόμωσε πια και το Τρίτο, τον έναν πάνω στον άλλον τους θάβουνε, παραλίγο να σωριαστεί φαρδιά πλατιά στο διπλανό άνοιγμα, ολόφρεσκο φαινόταν, κοίταξε προς την Καλλιόπη, την είδε που την κοίταζε με κάποια απορία, ευτυχώς δεν έπεσε να γίνει ρεζίλι, αυτό κι αν είχαν να το λένε, άφησε τα λουλούδια, έμεινε λίγο σε στάση προσοχής ως όφειλε, μέχρι εδώ όλα καλά, γύρισε και πλησίασε την Καλλιόπη τρέμοντας, ήταν η ώρα, «να ζήσεις Καλλιόπη μου να τον θυμάσαι», έπεσε στην αγκαλιά της, ξεσπώντας, θες γιατί έκλαιγε η Καλλιόπη, θες γιατί επιτέλους όλα σωστά τα είχε πει και κάνει, δεν ήξερε να πει, όπως δεν ήξερε τι να πει κι όταν η Καλλιόπη τη ρώτησε δείχνοντας προς τους λάκκους: "Τι σύμπτωση τραγική ήταν αυτή, την ίδια μέρα, Μαρίτσα μου; Τι σύμπτωση, ανάθεμά την για ζωή, και να τους θάψουν δίπλα-δίπλα, ε; Ποιος ήταν ο άλλος; Τον ήξερα;"

Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου, Μια Μικρή Ιστορία

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

Ό,τι κι αν πεις



Κάποιος τον έσπρωξε μπροστά, μόνο το χέρι του θυμάται, κι ύστερα φως που του ‘καψε τα μάτια και στο βάθος ένα σεντόνι μαύρο, το 'νιωθε να κινείται, και φωνές, πολλές φωνές που δεν ξεχώριζε τι λέγαν, αλλά ήταν σίγουρος πως, ναι ήταν σίγουρος, με θαυμασμό μιλούσαν και το όνομά του το δοξάζαν κι ύστερα, κάπως λιγότερο πονούσανε τα μάτια και πρόσωπο απέκτησε το μαύρο το σεντόνι, πρόσωπο, πρόσωπα, πολλά πρόσωπα, πάρα πολλά πρόσωπα και μάτια, μάτια, δεκάδες μάτια τον κοιτούσαν και γελούσαν και περίμεναν, τι, ήθελε να φωνάξει, τι, τι άλλο θέλετε από μένα, τι περιμένετε από μένα, τι άλλο θέλετε από μένα, καλά περάσαμε ως τώρα, μη με παιδεύετε, αφήστε με, αφήστε με εκεί πίσω, εκεί αφήστε με, εκεί είναι η θέση μου, εκεί, δεν τη μελέτησα ετούτη την υπόκλιση, ούτε γραμμένη στο σενάριο είναι, λείπει κι ο σκηνοθέτης είμαι μόνος, δεν το βλέπετε; Ήθελε να φωνάξει. Μα δε φώναξε. Έστεκε εκεί, ώρα πολλή, χωρίς φωνή. Κι ύστερα άδειασε ο τόπος. Άδειασε. Και βρήκε τη φωνή του κι ούρλιαξε: Και τώρα τι; Και τώρα τι; Και τώρα τι; Και τώρα να δω τις τσίχλες πώς θα ξεκολλήσω απ’ τα καθίσματα. Βρωμιάρηδες, ό,τι κι αν πεις, ακούστηκε απ’ το βάθος η Μαρία που εκτελούσε και χρέη ταξιθέτριας.

Πίνακας: Κωνσταντίνος Ξενάκης, ακρυλικό σε μουσαμά.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2007

Εναρηφόρος



Περιφορά το λάφυρό μου στο σχολειό, στη γειτονιά το γύριζα. Παντού την έδειχνα εκείνη τη φωτογραφία την ασπρόμαυρη, εσύ γελάς στη μηχανή επάνω, ντυμένος φανταρίστικα, έτοιμος δείχνεις να πετάξεις. Απ’ όλες όσες είχαμε, αυτή είχα διαλέξει, αυτός ήσουν εσύ. Ορίστε τον, έλεγα, ορίστε τον που οδηγεί, πόσο ψηλός και όμορφος και πώς τα χέρια του γερά αδράχνουν το τιμόνι, όλοι το παραδέχονταν και όλοι με ζηλεύαν. Κι εγώ καμάρωνα. Ορίστε τον, πώς οδηγεί. Πού πήγαινες δεν ήξερα να πω, σε ρώταγα, θυμάμαι, και απέφευγες, ήταν κρυφή η αποστολή, τους έλεγα, γι’ αυτό δε μ’ απαντάει, πάντα στα δύσκολα τον στέλναν, έλεγα, γιατί ‘ναι δυνατός κι αντέχει. Γιατί ‘ναι δυνατός κι αντέχει. Και για τη μηχανή, ούτε γι αυτή μου έλεγες πολλά, σε ρώταγα, θυμάμαι, και απέφευγες και ας σε κοίταζα με μάτια απορία. Δε μ’ ένοιαζε όμως, μ’ ένοιαζε; Αρκεί που οδηγούσες. Κι όσους ρωτούσανε γιατί ποτέ ξανά στα χέρια σου τιμόνι δεν εκράτησες, έτσι τους αποστόμωνα. Το λάφυρο κραδαίνοντας. Αρκεί που οδηγούσες. Τούτη τη μνήμη λάφυρο ακόμη περιφέρω. Και ας μου το ξεφούρνισε κάποια στιγμή η μητέρα. Κάλπικο, λέει, κάλπικο το λάφυρό μου ήταν, ένα παιχνίδι στο στρατό για να περάσει η ώρα, εσύ ήσουν πάντα σοβαρός και λογικός σου πάντα, ποτέ σου δεν οδήγησες. Ποιες μυστικές αποστολές, ποια μηχανή και ποια πετάγματα.

Πίνακας: Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Φιγούρα Μοτοσυκλετιστή, 1980

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2007

Μετάγγιση



Κι έτσι, σε κρατώ στα χέρια. Αίμα οι νύχτες σου, γυρίζω σελίδες, με βάφουν, μα ακόμη νωρίς, σαν πολύ κόκκινο το κόκκινο του σκηνοθέτη μοιάζει, αμπούλα να ριγούν οι θεατές στα σκοτεινά. Εγώ όχι, τα ξέρω τα κόλπα, ακόμη δεν τρέμω. Μαύρο να γίνει το αίμα πρέπει. Η ζωή σου, ζωή μου. Ακόμη νωρίς. Ξεφυλλίζω, κυλάς στα χέρια μου, στάζεις στο πάτωμα, πλήγιασε το δωμάτιο, από τι υλικό φτιαγμένο ήταν το ραβδί του Μωυσή ρωτώ, ιστορική ανακρίβεια θα πεις, δεν έγραφα τότε θα πεις, ακόμη νωρίς. Το δρόμο για τις φλέβες μου, ακόμη δεν τον βρήκες. Πλήγιασε το δωμάτιο κι ακόμη δε σ’ έχω. Σε κρατώ χωρίς να σ’ έχω, ακόμη νωρίς. Αντιστέκομαι. Πρέπει να πεθαίνω, λες, για να μου δοθείς. Ματωμένα δόντια χαμογελούν οι σελίδες σου. Αυτή η έπαρση! Δε χαρίζεσαι έτσι, σ’ όποιον κι όποιον, στην ανάγκη χαρίζεσαι. Αντιστέκομαι. Έτσι εύκολα πεθαίνει κανείς; Ακόμη νωρίς. Κι όμως σε χρειάζομαι. Τότε τι; Είναι που φοβάμαι να τρομάξω. Ακόμη νωρίς. Πάντα φοβόμουν. Και τις σύριγγες φοβόμουν. Δε γίνεται αλλιώς, λες, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εντάξει. Όμως, θα σου πω εγώ πότε, θα σου πω, εγώ θα σου πω, ακόμη νωρίς. Όταν το αίμα σου βάψει τα μάτια μου, όταν οι λέξεις σου καρφώσουν τα μηνίγγια μου και κάψουν τη γλώσσα μου, τότε η ώρα θα’ ναι. Τότε θα ξέρω πως θα ‘ρθεις, θα ξέρω πως σ’ έχω. Θα σ’ έχω. Τι λόγος κι αυτός! Άκου «σ’ έχω»! Ψέματα, ψέματα, πάλι ψέματα. Δε δίνεις χωρίς να πάρεις εσύ, δε δίνεις. Ανταλλαγές κάνουμε. Όταν το αίμα σου βάψει τα μάτια μου, όταν οι λέξεις σου καρφώσουν τα μηνίγγια μου και κάψουν τη γλώσσα μου, θα έχω εσένα, μα να πεθάνω πρέπει πρώτα, να πεθάνω κι ύστερα με σώζεις. Όπως πέθανες, να πεθάνω για να ζήσω. Να μην είμαι, για να είμαι. Τόσοι θάνατοι για λίγη ζωή. Αναρωτιέμαι: Πόσες νύχτες πρέπει να πεθαίνετε εσύ κι οι όμοιοί σου, για να πεθάνω κι εγώ; Και πόσο αυτοί οι θάνατοι στην αγορά τιμώνται;

Υ.Γ. Υπάρχει βιβλίο με εξώφυλλο καμωμένο από ανθρώπινο δέρμα
το ήξερες;

Πίνακας, Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Φιγούρα, 1976

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Για την Αμαλία


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)
«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ