Πέμπτη, 31 Μαΐου 2007

Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης


Κόκκινο φανάρι, Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης, σταυροδρόμι, η ώρα νωρίς του μεροκάματου, η ώρα αργά της κραιπάλης, Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης, σταυροδρόμι, σβινίζουν τροχοφόρα στο κόκκινο φανάρι, σβινίζουν και δεν έχεις πια πατέρα, στραβή τραγιάσκα σταυρού μεροκάματο του εργοστάσιου του κορδελιού και του μηχανουργείου ένας πήγαινε, του τζόγου της κραιπάλης των φαναριών των κόκκινων ένας ερχόταν, ένας έβλεπε, ένας όχι, ένας σταυρός, ένας στραβός, σβινίζουν τροχοφόρα, κερδίζει ο στραβός, πες πως δεν υπάρχεις πια, ένας σκοτώνεται, εσύ πεθαίνεις, Πέτρου Ράλλη και Αγίας Άννης, κόκκινο φανάρι, ώρα μηδέν. Τώρα σύρριζα στους τοίχους, σβινίζει τροχοφόρο η ζωή, σύρριζα εσύ στους τοίχους σύρριζα, δεν έχει ο φόβος λογική, στην ξερίζωσε ένα κόκκινο φανάρι, πες πως δεν υπάρχεις πια, σταυρός εσύ, στραβός εσύ, κερδίζει ο στραβός που τα χάνει. Όλα. Στοπ.

Πίνακας, Βλάσης Κανιάρης, Τιμής ένεκεν στους δρόμους της Αθήνας

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2007

Μέλητος


Κώνειο εποίησεν, λέει, ο ποιητής. Κι αυτό όχι μόνος του, λέει. Άλλους δυο χρειάστηκε. Ποιήματα, όχι δεν εποίησεν. Δεν. Τίποτα. Ουδέν. Κι αυτοί οι πρόγονοι; Έτσι τους μοίραζαν τους τίτλους; Ποια να ήταν άραγε η τελευταία σκέψη του ποιητού εκείνου, που το μόνο που εποίησεν ήτανε φαρμάκι; Ίσως αυτή, ναι, ίσως αυτή θα ήταν μια καλή αφορμή για ποίημα. Κι, ίσως, οι πρόγονοι δεν τους μοιράζανε στο πόδι τέτοιους τίτλους. Έβλεπαν, απλώς, μακριά. Και κοντά. Και βαθιά. Στα μάτια του το έβλεπαν πως ποιητής του μέλλοντος θα ήταν. Γι’ αυτήν την αφορμή του τίποτα, λίγο πριν κλείσουνε τα μάτια.

Ο πίνακας του Σαράντη Καραβούζη

Σάββατο, 26 Μαΐου 2007

Η ψυχούλα

Ωσάν γλυκόπνοο,
δροσάτο αεράκι
μέσα σε ανθότοπο,
κειο το παιδάκι
την ύστερη έβγαλε
αναπνοή.
Και η ψυχούλα του,
εις τον αέρα
γλήγορα ανέβαινε
προς τον αιθέρα,
σαν λιανοτρέμουλη
σπίθα μικρή.
Όλα την έκραξαν,
όλα τ' αστέρια,
κι εκείνη εξάπλωνε
δειλή τα χέρια,
γιατί δεν ήξευρε
σε ποίο να μπει.
Αλλά, να, του 'δωσε
ένα αγγελάκι
το φιλί αθάνατο
στο μαγουλάκι
που έξαφνα
έλαμψε σαν την αυγή.
Δ. Σολωμός
Στην Αμαλία http://fakellaki.blogspot.com/

Ζήτημα φωτός



Έτοιμος κι ανέτυμος χαρωπά σφυρίζοντας κατέβαινε τα σκαλιά της μέρας. Έτυμος κι ανέτοιμος γκρεμοτσακιζόταν ουρλιάζοντας στα σκαλιά της νύχτας. Κι όμως, τις γνώριζε καλά τις σκάλες, μια ζωή τις περπατούσε. Πολύ το παράδοξο τον παίδεψε, ώσπου το φταίχτη ανακάλυψε. Αυτή. Η έλλειψη φωτισμού. Η έλλειψη φωτισμού τις νύχτες έφταιγε, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Αυτή, ανάθεμά την, αυτή έφταιγε, που τον μπέρδευε και σε λάθη ορθογραφικά τον έσπρωχνε.

Πίνακας: Νικόλαος Γύζης, Φανάρι.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2007

Κακίες



Έχετε τον κύκλο σας εσείς. Καταλαβαίνω. Να δεις πώς το ‘πε, στων ιδεών την πόλιν, ή κάπως έτσι, ναι, ναι, καταλαβαίνω. Κύκλος κλειστός ερμητικά εις τους παρείσακτους, δεν μπαίνει όποιος κι όποιος μέσα. Συχνά τα λέτε μεταξύ σας, κώδικες και συνθηματικά κι ονόματα παράξενα και υποκλίσεις, αχ πώς ταιριάξατε το κάπα με το ταυ, και τι γλυκά που έρεε το ρο σας, παρακαλώ, πρώτος εσείς το εύρημα το ηύρατε, ευχαριστώ, είναι αλήθεια το φοβόμουν, απευθυνόμεθα σε αδαείς μην το ξεχνάτε. Ναι, ναι, καταλαβαίνω. Σπάω τα μούτρα μου στις πόρτες τις κλειστές σας, νύχια ματώνω στις λέξεις σας τα στρείδια, αλλά ναι, καταλαβαίνω. Να φανταστείς, ρε συ, είναι φορές που έρχομαι στην πόρτα σας, μόνο και μόνο για να πω ευχαριστώ και πάλι πόρτα τρώω, δεν είναι λέξη δόκιμη λέει το ευχαριστώ, κάπως σε –ισμό να καταλήγει πρέπει για να 'ναι ευχάριστο στ’ αυτιά το ευχαριστώ μου, αν μη τι άλλο να ταιριάζει με τη ρίμα, δε γαμιέται λέω, παίρνω το ευχαριστώ μου και το πνίγω, το πνίγω ναι, αφού δεν έχω μια παραπομπή της προκοπής κι ένα ξερό ευχαριστώ ποτέ δε φτάνει, το πνίγω ναι, γιατί καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω. Έτσι πρέπει να είναι, έτσι πρέπει, δεν είναι μέρος για όλους οι νεφελοκοκκυγίες, ούτε όλων τα αίματα το ίδιο χρώμα έχουν, ούτε όλων τα δάκρυα την ίδια αλμύρα, μα ναι, καταλαβαίνω. Παντού και πάντα, κάποιοι πιο ψηλά χρειάζεται να στέκουν. Έτσι, για ν’ αποκτά το ενδεής και αδαής -σωστά το είπα;- ένα νόημα, αδερφέ.

Πίνακας, Georgia O'Keeffe, Ladder to the Moon, 1958.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

Λαιμητόμος



Κρύψου, είπαν της φόνισσας που πολύ αγάπησε, κρύψου, έρχεται ο δήμιος, τούτη τη νύχτα η εκτέλεση. Τούτη τη νύχτα θα πεθάνεις. Κι έριξε τα μάτια στο χώμα κι άρχισε πόρτες να χτυπά η φόνισσα που πολύ αγάπησε, άνοιξέ μου, σε παρακαλώ, άνοιξέ μου, ικέτευε, έρχεται να με σκοτώσει, λυπήσου με, μη στο κατώφλι μ’ αφήνεις μόνη, όχι απόψε, μη μ’ αφήνεις μόνη απόψε, παρακαλούσε κι έκλαιγε η φόνισσα που πολύ αγάπησε. Μα δεν της άνοιξε κανείς. Έπιασε τότε να τρέχει μες στα σύδεντρα η φόνισσα που πολύ αγάπησε, με τα μάτια ριγμένα στο χώμα, από σύδεντρο σε σύδεντρο έκλεινε τα μάτια κι έτρεχε, θαρρώντας πως το ικρίωμα θα γλίτωνε. Μάταιος κόπος. Στο πρώτο ξέφωτο δεν άντεξε, ξεχάστηκε και σήκωσε τα μάτια πάνω. Λαμπρή πανσέληνος την τσάκωσε και την αποκεφάλισε η λαιμητόμος δήμιος, έπεσε στο λαιμό της και τη σκότωσε η λαμπρή πανσέληνος τη φόνισσα που πολύ αγάπησε.

Πίνακας: Γιάννης Μόραλης, Πανσέληνος

Σάββατο, 19 Μαΐου 2007

Χρυσόμυγες



Παιδεύουν τις νύχτες μου χρυσόμυγες που παίδευα παιδί. Πέτρες και πάσσαλοι καρφωμένοι στη γη τα πόδια μου κι όλες οι από εδώ έως εκεί κλωστίτσες που τις έδενα αλυσίδες γύρω τους. Έγκλημα, τις νύχτες βουίζει το βουητό τους, έγκλημα. Τις νύχτες. Τις νύχτες. Γιατί το χάραμα πάντα τα καταφέρνω εγώ. Το χάραμα πάντα τα καταφέρνω να πορεύομαι με τις από εδώ έως εκεί αλυσίδες. Σιγά το δύσκολο. Ίσα που βαφτίζεις το έγκλημα εγκλιματισμό. Στις συνθήκες.

Πίνακας: Νίκος Χουλιαράς, Ο ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2007

Double face



Φίδι κινούμαι ανάμεσά σας παγωμένο κι εσύ θαρρείς πως μ’ έχεις, δε μ’ έχεις, ποτέ δε μ’ είχες, λέπια το δέρμα μου, γλιστράτε όλοι, όλοι, όλοι, αγγίζετε μα δεν αγγίζετε, βλέπετε μα δε βλέπετε, δεν ξερνάω, έχω τα λέπια μου εγώ ασπίδα στα αγορασμένα στους σταθμούς των τρένων πατσουλιά σας, στα λόγια σας τα χιλιοειπωμένα τα βαρύγδουπα δεν ξερνάω, στις μουσικές σας που μαδάνε μαργαρίτες, η μόνη αλήθεια, δεν ξερνάω, έτσι, με τέτοιο τρόπο ανάλογα φτηνό μπορώ και σας αντέχω, μπορώ και σε αντέχω. Φτηνό το δέρμα του φιδιού, στη λαϊκή αγορασμένο, τρίτος πάγκος δεξιά το πανωφόρι αγόρασα, πάνε χρόνια τώρα, κρύβουνε θαύματα πολλά οι λαϊκές, δε με πρόσεξες, παζάρευες ένα κιλό ντομάτες, σαν έφυγα από δίπλα σου, πόσο ακρίβυνε η ζωή σε άκουσα να λες, ποτέ σου δεν παζάρεψες με μένα, αρκούντως ακριβή δε θα ‘μουν μάλλον. Τις νύχτες πέφτουνε τα λέπια, ολίγα δευτερόλεπτα μετά, ολίγα μόνον, όλο και πιο ολίγα, ίσα να νοιώσουν πως κοιμάσαι, μόνα τους πέφτουν, βρίσκω το δέρμα μου ξανά, δέρμα μωρού που στο παραμικρό πληγιάζει, εσύ κοιμάσαι κι εγώ ακούω μουσικές και τραγουδώ με τα τζιτζίκια των καλοκαιριών εντός μου και μυρίζω βιολέτες και σανταλόξυλα και νοτισμένο χώμα της βροχής, και δουλεύω, δουλεύω, δουλεύω, χτίζω όνειρα τις νύχτες που κοιμάσαι, όχι δε ζητώ συγνώμη που σε κανένα από αυτά δεν είσαι. Και στην αρχή ήταν καλά, μα όσο πάει, κούραση είναι αυτό το αλισβερίσι, μαζεύονται πολλά σκαψίματα τις νύχτες, πού να τ’ αντέξει το δέρμα του μωρού. Λέω πως δεν μπορεί, κάπου σε κάποια λαϊκή αν ψάξω, θα βρω ένα άλλο πανωφόρι, να μένουνε τα λέπια του στη θέση τους το βράδυ. Κι ας το πληρώσω όσο-όσο, αδελφέ.

Πίνακας: Γιώργος Λαζόγκας, Σταυρώσεις.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2007

Ματαίως



Σιγά μην πονέσω. Έτσι είπε, φορώντας τα παπούτσια του ο ανιστόρητος και βγήκε σεργιάνι στη ζωή. Τότε δεν ήξερε τι σημαίνει φάλαγγα. Των δρόμων. Ήρθε καιρός που το κατάλαβε, κάθε στροφή και βούρδουλας. Άρχισε τότε να ικετεύει τα παπούτσια του να λιώσουν. Ματαίως. Ήταν κι αυτά αφορεσμένα.

Χρόνης Μπότσογλου. Άνθρωπος που περπατά.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2007

Σιωπή



Τι άλλο είναι οι λέξεις παρά ουρλιαχτό και ξέσκισμα κι απόγνωση, δεν καταλαβαίνω, ποτέ δεν κατάλαβα τι είναι αυτό που κυνηγάω, τι είναι αυτό που κυνηγάς, γιατί το θέλω, γιατί το θέλεις, τι στο διάολο τη θέλω τη λέξη, ποιος κρεμασμένος είναι αυτός που διαλέγει το καλύτερο σκοινί για την κρεμάλα του, γιατί να ψάχνω λέξεις, γιατί να ψάχνεις λέξεις; Είδες εσύ κανένα μωρό τις ώρες εκείνες της νύχτας τις ευλογημένες που γέρνει στο βυζί της μάνας του, να μιλά; Πίνει μόνο και πίνει και πίνει κι είναι όλος ο κόσμος ένα βυζί και μια χόρταση και μια λύτρωση, αποδοχή κι αγάπη κι ασφάλεια, άκουσες εσύ καμιά μάνα να μιλά εκείνες τις ώρες της νύχτας τις ευλογημένες, μόνο νοιώθει, νοιώθει, νοιώθει, μια ψυχή είναι όλη, σ’ ένα βυζί παραδομένη στο στόμα ενός μωρού και σιωπή. Τίποτα άλλο από σιωπή, χωρίς θέλω, χωρίς μπορώ, χωρίς ευχαριστώ. Τίποτα άλλο από σιωπή, γεμάτη θέλω και μπορώ κι ευχαριστώ. Τίποτα άλλο από σιωπή. Βαριά κι ασήκωτη, γεμάτη και γλυκιά, καρπούζι το κατακαλόκαιρο. Δεν τις θέλω τις λέξεις σας, δεν τις θέλω. Όταν τις ακούω, όταν τις βλέπω, ξέρω, ξέρω, ξέρω καλά πως είστε δυστυχισμένοι. Κι όσο πιο όμορφες οι λέξεις σας, τόσο πιο βαθιά η δυστυχία σας, όσο και να ζωγραφίσεις την πέτρα, πέτρα μένει. Σ’ ορκίζομαι, σ’ ορκίζομαι και τη γλώσσα μου θα ξερίζωνα και τα δάχτυλά μου θα ‘κοβα ένα προς ένα, αν ήταν να μου χαριστεί η σιωπή της νύχτας ενός μωρού που βυζαίνει στον κόρφο της μάνας.

Μπότσογλου Χρόνης, Άνθρωπος.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2007

Ο Γόρδιος



Μια ζωή, στις γιορτές, έλεγες, Θανάση, το θυμάμαι σαν τώρα, από Χριστούγεννα σε Πάσχα κι από Πάσχα το Δεκαπενταύγουστο το πήγαινες, μην το αρνείσαι, δε σε παίρνει πια. Γιορτή τη γιορτή τύλιγες τις εκκρεμότητές σου, φιόγκους ωραίους και σου τις ταχυδρομούσες, Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει. Θα τις τακτοποιούσες, ντε, τις εκκρεμότητες τις γιορτές που θα ‘χες χρόνο, θυμάσαι; Κι έρχονταν οι γιορτές και περνούσαν οι γιορτές και τα δέματα ντάνες φτιάχνανε τα δέματα, παραδέξου το, όλο ανέβαλλες, ψήλωναν οι ντάνες και σε πνίγανε, μα εσύ εκεί. Τις γιορτές. Μια εκκρεμότητα όλος σου, Θανάση, μια εκκρεμότητα η ζωή σου, έδενες τις καθημερινές και δεν έλυνες τις σχόλες κι ήρθε-ήρθε τελευταία κι άλλο δεν είχες να δέσεις κι άρχισες να δένεις τον εαυτό σου, αλλά πού να το ταχυδρομήσεις, ποιος σ’ ήθελε για δώρο εσένα, ρε Θανάση, ποιος θα είχε την υπομονή να σε ξετυλίξει γαμώτο, έτσι που κατάντησες στο τέλος; Όμως πρέπει να στο αναγνωρίσω Θανάση, ο επιμένων νικά κι εσύ νίκησες, σε παραδέχομαι. Του Ευαγγελισμού ανήμερα, πήρες το μαχαίρι και τον έλυσες το γόρδιο. Αν μη τι άλλο, μια εκκρεμότητα την τακτοποίησες οριστικά, ρε Θανάση, την τακτοποίησες οριστικά.

Ελαιογραφία: Κανακάκις Λευτέρης, Νεκρικό με καπέλο

Σάββατο, 5 Μαΐου 2007

Σαρδάμ



Σεληνάδα ψέλλισες κι έβρεξε κοκκινόχωμα τα μάγουλά σου, τι όλοι σε χλευάσαν και σε τριγύρισαν, χορός κατσικοπόδαρος κι εσύ στη μέση της ορχήστρας αμήχανος υποκριτής. Kοίταζα από ψηλά όλος ουρλιάζοντας, μη σταματάς, μη σταματάς, γι’ αυτή τη σεληνάδα σου σ’ αγάπησα, γι’ αυτή τη σεληνάδα σου σ’ αγάπησα, όλος ουρλιάζοντας, μη σταματάς, γι’ αυτή τη σεληνάδα σου σ’ αγάπησα. Ούτε που κοίταξες κατά το γερανάκι, δεν ήμουνα η λύση που περίμενες, δεν πλήρωσαν γι’ αυτήν οι χορηγοί, το νου σου είχες στους πιστούς σου που μειώνονταν, ήδη σου έλειπε ο κρότος των χεριών τους, ήδη τα εύγε που ξεμάκραιναν μετρούσες, πώς θα μπορούσες δίχως τους να ζήσεις; Ζήτημα χρόνου η απόφαση κι εσύ ήσουν πάντα ικανή στις αποφάσεις. Στάθηκες στο λογείο και τους κοίταξες, ένα σαρδάμ της γλώσσας, είπες, ήταν, συγχωρήστε με, συχνά συμβαίνει στους καλύτερους εκ των υποκριτών, άστοχη λέξη, διαγράψτε την. Και τη θυσία σφράγισες με υπόσχεση, δε θα συμβεί ξανά, σας βεβαιώνω, φώναξες, λάγνα λικνίζοντας το σώμα στους κοθόρνους. Το κοίλο ζητωκραύγασε. Σ’ αναγνωρίσαν πάλι. Πάλι δικιά τους έγινες, μια απ’ αυτούς ολόιδια. Έτσι, τόσο φτηνά το ποίημα σου ξεπούλησες, έτσι φτηνά τη σεληνάδα σου θυσίασες, τη μόνη λέξη που δική σου ήταν, έτσι φτηνά για ένα χειροκρότημα. Την ώρα της υπόκλισης αστράψανε τα φλας. Το σεληνόφως έπαψε. Η φεγγαράδα νικήθηκε κατά κράτος.

Πίνακας, Νίκος Νικολάου, Κεφάλι γυναίκας

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2007

Γαλάτεια


Μαχαίρια τα μάτια μου και ξέστρες και ξυράφια, λες.
Δικό σου δημιούργημα ο οψιδιανός.
Ας μη μ΄ έκαιγες.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2007

Μη με ρωτάς γι' άλλα τραγούδια



Ραβόταν το γελεκάκι στην κουζίνα, σάλτσες νότες, φάλτσα κρεμμύδια, γυρίζει το κλειδί στην πόρτα, καπαμάς, κάποτε-κάποτε ιπτάμενες παντόφλες και μετάνοιες, πυρετιασμένα μέτωπα, ξενύχτια, ραβόταν το γελεκάκι στην κουζίνα και πουτάνα να γίνει η κόρη μας πρέπει να σταθούμε στο πλευρό της, κι έβριζε και μετάνιωνε, ραβόταν το γελεκάκι στην κουζίνα φόβου κλωστές, τι να το κάνω νάμαι να σε θυμάμαι, την αγκάλιαζα, μη φύγεις, ραβόταν το γελεκάκι στην κουζίνα, ίδρωναν τα μάτια του Γιάννη, έπλενε το μαντήλι, στην Έλεσνα, εκεί να με θάψετε, τ’ ακούτε, κλαρίνο θάνατος κι ανάσταση, ίδρωναν τα μάτια του Γιάννη, δεν έλεγε να φύγει η ξενιτιά τόσα χέρια γδάρσιμο κι ακόμη δέρμα του, πλατάνια χαρακωμένο κι αλευρόμυλους και κοφτό στα τρία πωγωνίσιο, έπλενε ο Γιάννης το μαντήλι του, κι εγώ…εγώ που πίστεψα πως πέταξα μακριά, έμεινα πίσω, πουλάκι αταξίδευτο, γερά ραμμένο με κλωστές μυστικές στο μαντήλι ενός γιλέκου, γι’ αυτό, μη με ρωτάς γι’ άλλα τραγούδια, μη με ρωτάς.

Το κεντάδι από τη Σκύρο