Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2007

Το πηγάδι...

Το πηγάδι ήταν το όριο. Πέτρινο, κρυμμένο μέσα σε προχειροκατασκευή, χώριζε στα δυο το μικρό μου σύμπαν. Από δω το δικάμαρο σπίτι, η κουζινούλα με την τσίγκινη οροφή, η χωματένια αποθήκη για τα σανά, ο στάβλος για τα γελάδια και τα χωράφια. Από κει η μεγάλη στέρνα, ένας φοίνικας και πάλι χωράφια που τέλειωναν στη δημοσιά. Από δω το σπίτι μας. Από κει ο κόσμος.

Το πηγάδι ήταν το όριο. Αυτό δεν έπρεπε ποτέ να το προσπεράσω, χωρίς άλλον δίπλα μου. Ούτε να το πλησιάσω χωρίς άλλον έπρεπε. Γιατί εκεί μέσα ζούσε ο δράκος και «σα δει μονάχα τους μικρά παιδιά, χραπ! ορμάει απ’ τα βαθιά, χραπ! σε κάνει μια χαψιά», το πίστευα, γιατί να μην το πιστέψω, οι αγαπημένοι μου το έλεγαν, θέλουν οι αγαπημένοι μας το κακό μας; Όχι, δεν το θέλουν.

Το πηγάδι ήταν ο φόβος μου. Και πρέπει να ήταν πολύ μεγάλος γιατί ξεπερνούσε την αγάπη για τη μάνα μου. Αλλιώς γιατί να την ακολουθώ μέχρι εκεί μόνο, κάθε, μα κάθε πρωί, που την παρακαλούσα να μην πάει στο εργοστάσιο και να μείνει μαζί μου; Μπροστά εκείνη, πίσω εγώ, κλαίγοντας. Κι οι δυο κλαίγαμε. Την ακολουθούσα, μην πάς σήμερα, δεν μπορώ, φώναζε. Μέχρι το πηγάδι. Και κείνη το ήξερε πως θα σταματήσω εκεί, ναι, ήταν σίγουρη πως θα σταματήσω εκεί, γιατί αλλιώς, γιατί κατέβαζε το κεφάλι κι έφευγε, σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να κοιτάξει πίσω της ξανά;

Το πηγάδι ήταν η χαρά μου. Όσες φορές το προσπέρασα, πάντα μαζί με κάποιον άλλον, με περίμενε η στέρνα με τα νερά της τα πράσινα και με τα αλογάκια της παναγίας και με τα καφάσια τα χόρτα που ξεπλένονταν απ’ το χώμα. Με περίμενε ο φοίνικας που στα ριζά του μαζεύονταν οι εργάτες του χωραφιού και κολατσίζανε και λέγανε ιστορίες. Μα πάνω απ’ όλα με περίμενε ο δρόμος. Ο δρόμος που οδηγούσε στην πόλη με τους σινεμάδες της και με τα λεωφορεία της και τα μαγαζιά της. Στην πόλη με τα θαύματά της.

Όσο μεγάλωνα, τα πηγάδια πλήθαιναν. Τις περισσότερες φορές ήμουν καλό παιδί. Φοβισμένο, αλλά καλό. Δεν τα πλησίασα. Τα σεβάστηκα και με σεβάστηκαν κι οι δράκοι τους. Τις περισσότερες φορές. Γιατί ήταν και κάποιες άλλες που να, τώρα που το εξομολογούμαι τρέμω απ’ το φόβο, ήταν λέω και κάποιες άλλες που δεν τα φοβήθηκα. Τα προσπέρασα και βγήκα στη στέρνα και στα θαύματα της πόλης. Μονάχα εγώ. Χωρίς κανέναν να με συνοδεύει. Και τα ‘ζησα τα θαύματα. Για λίγο…

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2007

Σιγά τον πολυέλαιο...

Ήταν ένα σπίτι στη στάση του λεωφορείου που μας γύριζε σπίτι μετά το σχολείο. Ακατοίκητο. Στην αυλή του, κάτω από σωρούς χώμα, ανακαλύψαμε παίζοντας ένα λοφίσκο κρύσταλλα. Αμέτρητα κρύσταλλα, θησαυρός ολόκληρος, μάχες δίναμε ποιος θα βρει το πιο όμορφο, στραφτάλιζαν στις χούφτες μας, σαν τα υψώναμε στα χέρια κατά τον ήλιο, μισούσαμε το λεωφορείο που 'ρχόταν αγκομαχώντας... "Βρήκαμε διαμάντια, βρήκαμε διαμάντια", σε κανέναν δεν τo 'παμε το μυστικό μας. Μέχρι που μεγαλώσαμε. Και ξαναπήγαμε στο παλιό σπίτι. Ψηλοί πια. Και διαβάσαμε τη σκουριασμένη ταμπέλα:
"ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΙ"

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2007

Στο ντιβάνι...

Τι να νοιώθουν, άραγε; Τι βλέπουν σα μας βλέπουν, εμένα, εσένα; Τι σκέφτονται σαν τους μιλάμε, σαν τους χαμογελάμε, σα δακρύζουμε, εμείς, εσείς, εγώ; Ποια μυστικά μοιράζονται με τα μάτια, με το άγγιγμα, με τον αναστεναγμό, με τη σταγόνα του ιδρώτα στο μέτωπο; Πάντα μ’ έτρωγε αυτό. Τους βλέπω σε βαφτίσια, σε γάμους, σε γιορτές, σε ορκωμοσίες, σε βραβεύσεις, σε κάθε είδους τελετές, δημόσιες και ιδιωτικές. Τους παρατηρώ σε κηδείες, σε μνημόσυνα, έξω απ’ το θάλαμο της εντατικής, στους δρόμους πάνω από τραυματίες και σκοτωμένους, στα δικαστήρια κατήγορους ή κατηγορούμενους. Τους βλέπω να μπαίνουν όλοι μαζί στο ίδιο αυτοκίνητο, να κατευθύνονται στο ίδιο σπίτι, να κλείνουν την ίδια πόρτα πίσω τους και να μένουν μεταξύ τους. Αυτοί. Οι κύκλοι οι στενοί, οι δεμένοι με νήμα αόρατο, άθραυστο κι αδιαπέραστο από όλους εμάς τους «άλλους», νήμα κόκκινο, αόρατο κόκκινο νήμα. Ομφάλιου λώρου νήμα κι αυτοί κλεισμένοι μέσα του κλαίνε, γελάνε, πονάνε, πεθαίνουν, μοιράζουν και μοιράζονται, ερμηνεύουν κι ερμηνεύονται. Α, πώς θα ‘θελα κάθε φορά να είμαι ένας απ’ αυτούς. Α, πώς θα ‘θελα, να μπορούσα να σκίσω το ρούχο κι ύστερα το δέρμα, εκεί, πάνω απ΄ την καρδιά τους, να χωθώ μέσα, να ακούσω τα χτυπήματά της, να νοιώσω όσα νοιώθουν. Στο πετσί τους να μπορούσα να μπω, ρόλοι αυτοί, ηθοποιός εγώ, στο πετσί τους, να τα βλέπω όλα από μέσα, μαζί κι αυτούς, ισότιμα, πια. Εγώ. Ο Πρώτου Βαθμού συγγενής…

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2007

Κάπως έτσι...

Περίεργη κουβέντα κι αυτό το "κάπως έτσι". Δεν ξέρει κανείς πώς να του φερθεί. Απροσδιόριστο κι ασαφές, διακριτικό μες στην αδιακρισία του, συνεσταλμένο μες στην αδιαντροπιά του, αξεδιάκριτο το αδιάκριτο, πάντως τρυπώνει. Δουλειά του είναι να τρυπώνει. Τρυπώνει. Ηλιαχτίδα που σκοτάδια διαλύει, φορές-φορές, σταγόνα που βράχο διαβρώνει, κάποιες άλλες. Τρυπώνει. Με υπομονή και με επιμονή τρυπώνει. Τρυπώνει αυτό κι ο καθείς..."Κάπως έτσι", φτάνει ο καθείς μας, όπου φτάνει. "Ανεπαισθήτως"...

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2007

Εκ των υστέρων...

Ντρέπομαι...Γιατί πάντα πίστευα πως το "νιώθω" είναι ανώτερο απ' το "ξέρω". Ωστόσο φαίνεται πως "νιώθει" καλύτερα, όποιος "ξέρει". Κι εκείνοι που αξίζουν τελικά, είναι όσοι, ενώ ξέρουν, εξακολουθούν να νιώθουν...Όσοι γνωρίζουν το βλογιοκομμένο βράχο και τον νιώθουν φεγγάρι τους...

Έπιασε κρύο...

Τελευταία κρυώνω. Όλο και πιο συχνά, όλο και πιο αναίτια, αν λάβει κανείς υπόψη του τις καιρικές συνθήκες. Θα 'ναι που περνούν τα χρόνια και σώζονται οι ελπίδες...

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2007

Περί άρθρων...

Πλάκα μεγάλη τα άρθρα. Όχι του Συντάγματος, πλάκα κι αυτά, αλλά για άλλους λόγους. Ούτε τα των εφημερίδων, εκεί κι αν γίνεται χαμός. Για τα άλλα άρθρα μιλώ.
Για τις μικρές εκείνες λεξούλες που συνοδεύουν τα ουσιαστικά και όχι μόνο. Συνοδεύουν, μας μαθαίνανε. Τα καταράστηκαν οι γραμματικοί να συνοδεύουν. Πορτιέρηδες τα καταδίκασαν να ‘ναι. Να ανοίγουν πόρτες κι ύστερα να παραμερίζουν για να περάσουν τα ουσιαστικά. Αθέατα, ασήμαντα, σχεδόν δουλοπρεπή στέκονταν στη γωνίτσα τους, όσο τα Ουσιαστικά αλώνιζαν με τα νοήματά τους τα βαθιά. Ποιος ασχολήθηκε μαζί τους; Πρόσωπα, ζώα ή πράγματα, καταστάσεις, ενέργειες, ιδιότητες, εκεί , μας έλεγαν είναι το ζουμί. Εκεί το ουσιαστικό, τα ονόμασαν κιόλας έτσι, μπας και δεν το καταλαβαίναμε.
Και πέρασαν τα χρόνια. Κι εμείς βαυκαλιζόμαστε να πιστεύουμε στη δύναμη των ουσιαστικών, υποτιμώντας τα άρθρα. Κι άξαφνα, ήρθε η εποχή του chat και του blog. Κι άξαφνα, τα ουσιαστικά έπαψαν να είναι ουσιαστικά και μετατράπηκαν με τη δύναμη των καλωδίων από τη μια μέρα στην άλλη σε επουσιώδη. Κι άξαφνα, κείνο το Η και το Ο απέκτησαν δύναμη, ω! πόση δύναμη απέκτησαν, πόσο ουσιαστικά γίνηκαν κείνα τα μικρούλια, αθέατα άρθρα, στο blogοχωριό και στα chatrooms, την πήραν την εκδίκησή τους, ψήλωσαν, απέκτησαν όγκο, γέμισαν τη σκηνή, εκεί στραμμένα τα βλέμματα, εκεί τα προσκυνήματα, σ’ αυτές τις γωνίες του Η που κρύβουν καμπύλες, ηδονικές καμπύλες, σ’ αυτήν την καμπύλη του Ο που κρύβει γωνίες και προεξοχές, ηδονικές προεξοχές.
Ωστόσο, όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίδια, και σιγά μη χαλούσε η σούπα στα άρθρα. Κείνο το ΤΟ ακόμη παραπονεμένο μένει, παραγκωνισμένο και παραγνωρισμένο, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να το αναγνωρίσει κανείς. Καθόλου άδικα, θα πεις. ΤΟ…Τι σημαίνει ΤΟ? Και καμπύλες έχει και ευθείες έχει, τι κατασκεύασμα περίεργο είναι αυτό; Πόσο τη φαντασία σου βοηθά; Άχρωμο, ουδέτερο, και προπαντός άφυλο εξακολουθεί να στέκει ανάμεσα στ’ άλλα άρθρα που γίνηκαν ξαφνικά ουσιαστικά. Θα μπορούσε, βεβαίως, να ισχυριστεί κανείς πως το ΤΟ είναι το πιο σημαντικό απ΄ όλα τα υπόλοιπα άρθρα, αφού δε σε παρασέρνει με τη θηλυκότητά του, δε σε αποσυντονίζει με τη βαρβατίλα του, αλλά σε προκαλεί να δεις το ουσιαστικό που κρύβεται πίσω από αυτό. ΤΟ ανθρώπινο. Ποιος ενδιαφέρεται για τα ουσιαστικά, όμως; Μα τόση ώρα τι λέμε; Πέρασε η εποχή τους. Κανείς…

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2007

Τιποτολογίες...

Από το τίποτα στο τίποτα. Απευθύνεται ένα τίποτα στο τίποτα; Να που απευθύνεται. Γιατί; Ίσως, γιατί ελπίζει βαθιά μέσα του πως το άλλο τίποτα δεν είναι τίποτα, αλλά κάτι. Και ίσως, ίσως λέω, αυτό το τίποτα που στην πραγματικότητα είναι κάτι, τραβήξει και το πρώτο τίποτα απ' το σκοτάδι. Ίσως του δώσει υπόσταση, σχήμα, χρώμα. Ίσως. Αν όχι, τότε, τι είχαμε τι χάσαμε; Μα το Δία, τίποτα...Τίποτα απολύτως...